Στις 7 Οκτωβρίου 2001, ένας συνασπισμός υπό την ηγεσία των ΗΠΑ αρχίζει τις επιθέσεις στο Αφγανιστάν που ελέγχεται από τους Ταλιμπάν με μια έντονη εκστρατεία βομβαρδισμών από αμερικανικές και βρετανικές δυνάμεις. Υλικοτεχνική υποστήριξη παρείχαν άλλα έθνη, όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Αυστραλία και ο Καναδάς, ενώ αργότερα, στρατεύματα παρείχαν οι αντάρτες της Βόρειας Συμμαχίας κατά των Ταλιμπάν. Η εισβολή στο Αφγανιστάν ήταν η εναρκτήρια ομοβροντία στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» των Ηνωμένων Πολιτειών και η απάντηση στις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον.

Η εισβολή στο Αφγανιστάν, η οποία ονομάστηκε «επιχείρηση Διαρκής Ελευθερία» στην αμερικανική στρατιωτική ορολογία, είχε ως στόχο την οργάνωση Αλ Κάιντα του εγκέφαλου της τρομοκρατίας Οσάμα Μπιν Λάντεν, η οποία είχε την έδρα της στη χώρα, καθώς και την ακραία φονταμενταλιστική κυβέρνηση των Ταλιμπάν, η οποία κυβερνούσε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας από το 1996 και υποστήριζε και προστάτευε την Αλ Κάιντα.

Οι Ταλιμπάν, οι οποίοι είχαν επιβάλει την εξτρεμιστική εκδοχή του Ισλάμ σε ολόκληρη τη χώρα, διέπραξαν επίσης αμέτρητες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος του λαού τους, ιδίως των γυναικών, των κοριτσιών και των εθνοτικών Χαζάρα. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής τους, μεγάλος αριθμός Αφγανών ζούσε σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, και πιστεύεται ότι 4 εκατομμύρια Αφγανοί υπέφεραν από πείνα.

Τις εβδομάδες πριν από την εισβολή, τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ είχαν απαιτήσει από τους Ταλιμπάν να παραδώσουν τον Οσάμα Μπιν Λάντεν για να του ασκηθεί δίωξη. Αφού έκριναν ανεπαρκείς τις αντιπροσφορές των Ταλιμπάν -μεταξύ των οποίων να δικαστεί ο Μπιν Λάντεν σε ισλαμικό δικαστήριο- η εισβολή άρχισε με αεροπορικό βομβαρδισμό των εγκαταστάσεων των Ταλιμπάν και της Αλ Κάιντα στην Καμπούλ, την Κανταχάρ, την Τζαλαλαμπάντ, την Κοντούζ και τη Μαζάρ-ε-Σαρίφ. Αλλα αεροσκάφη του συνασπισμού πραγματοποίησαν από αέρος ρίψεις ανθρωπιστικών προμηθειών για τους αφγανούς πολίτες. Οι Ταλιμπάν αποκάλεσαν τις ενέργειες αυτές «επίθεση κατά του Ισλάμ».

Αφού η αεροπορική εκστρατεία αποδυνάμωσε τις άμυνες των Ταλιμπάν, ο συνασπισμός ξεκίνησε χερσαία εισβολή, με τις δυνάμεις της Βόρειας Συμμαχίας να παρέχουν το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων και τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλα έθνη να παρέχουν αεροπορική και χερσαία υποστήριξη. Στις 12 Νοεμβρίου, λίγο περισσότερο από ένα μήνα μετά την έναρξη της στρατιωτικής δράσης, οι αξιωματούχοι των Ταλιμπάν και οι δυνάμεις τους υποχώρησαν από την πρωτεύουσα Καμπούλ. Μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου, η Κανταχάρ, το τελευταίο προπύργιο των Ταλιμπάν, είχε πέσει και ο ηγέτης των Ταλιμπάν Μουλάς Μοχάμεντ Ομάρ κρύφτηκε αντί να παραδοθεί.

Οι μαχητές της Αλ Κάιντα συνέχισαν να κρύβονται στην ορεινή περιοχή Τόρα Μπόρα του Αφγανιστάν, όπου δέχθηκαν μάχες από τις αφγανικές δυνάμεις κατά των Ταλιμπάν, υποστηριζόμενες από τα στρατεύματα των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων. Σύντομα η Αλ Κάιντα ξεκίνησε ανακωχή, η οποία σήμερα πιστεύεται ότι ήταν ένα τέχνασμα για να δοθεί χρόνος στον Οσάμα Μπιν Λάντεν και σε άλλα βασικά μέλη της Αλ Κάιντα να διαφύγουν στο γειτονικό Πακιστάν. Μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, το καταφύγιο και το συγκρότημα σπηλαίων που χρησιμοποιούσε η Αλ Κάιντα στην Τόρα Μπόρα είχε καταληφθεί, αλλά δεν υπήρχε κανένα ίχνος του Μπιν Λάντεν. Επειτα από 10 χρόνια ανθρωποκυνηγητού, ο Μπιν Λάντεν βρέθηκε τελικά και σκοτώθηκε στο Πακιστάν από αμερικανούς βατραχανθρώπους του Πολεμικού Ναυτικού στις 2 Μαΐου 2011.

Μετά την Τόρα Μπόρα, συγκλήθηκε ένα μεγάλο συμβούλιο από αφγανούς φυλετικούς ηγέτες και πρώην εξόριστους υπό την ηγεσία του Χαμίντ Καρζάι, ο οποίος διετέλεσε αρχικά προσωρινός ηγέτης πριν γίνει ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος του Αφγανιστάν στις 7 Δεκεμβρίου 2004. Ωστόσο, ακόμη και όταν το Αφγανιστάν άρχισε να κάνει τα πρώτα βήματα προς τη δημοκρατία, με περισσότερα από 10.000 αμερικανικά στρατεύματα στη χώρα, οι δυνάμεις της Αλ Κάιντα και των Ταλιμπάν άρχισαν να ανασυντάσσονται στην ορεινή συνοριακή περιοχή μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν. Κατά την επόμενη δεκαετία και πλέον, συνέχισαν να εμπλέκουν τα αμερικανικά και αφγανικά στρατεύματα σε ανταρτοπόλεμο και ήταν επίσης υπεύθυνοι για τους θανάτους εκλεγμένων κυβερνητικών αξιωματούχων και εργαζομένων σε ανθρωπιστικές οργανώσεις και για τις απαγωγές ξένων. Παρά την ειρηνευτική συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ των Ταλιμπάν και των δυνάμεων των ΗΠΑ τον Φεβρουάριο του 2020, οι εχθροπραξίες και από τις δύο πλευρές συνεχίστηκαν.

Τον Απρίλιο του 2021, ο πρόεδρος Μπάιντεν -ο οποίος, όπως και οι δύο προηγούμενοι προκάτοχοί του, δεσμεύτηκε να τερματίσει τον πόλεμο στο Αφγανιστάν- όρισε την 11η Σεπτεμβρίου 2021 ως ημερομηνία πλήρους αποχώρησης των ΗΠΑ, με την τελική προσπάθεια αποχώρησης να ξεκινά τον Μάιο. Στις αρχές Αυγούστου του ίδιου έτους, οι Ταλιμπάν άρχισαν να ανακαταλαμβάνουν τη χώρα. Στις 15 Αυγούστου 2021, η πρωτεύουσα Καμπούλ έπεσε στις δυνάμεις των Ταλιμπάν και ο αφγανός πρόεδρος Ασραφ Γάνι κατέφυγε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Μετά την κατάρρευση της αφγανικής κυβέρνησης και τη νίκη των Ταλιμπάν, στις 31 Αυγούστου 2021, ο πρόεδρος Μπάιντεν κήρυξε επίσημα τη λήξη του πολέμου στο Αφγανιστάν.

Κατά τη διάρκεια της 20ετούς σύγκρουσης, περισσότεροι από 3.500 συμμαχικοί στρατιώτες σκοτώθηκαν, ενώ 20.000 και πλέον Αμερικανοί τραυματίστηκαν. Περίπου 69.000 Αφγανοί των δυνάμεων ασφαλείας σκοτώθηκαν, μαζί με περίπου 51.000 πολίτες και 51.000 μαχητές. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Εθνη, περίπου 5 εκατομμύρια Αφγανοί έχουν εκτοπιστεί από τον πόλεμο από το 2012, καθιστώντας το Αφγανιστάν τον τρίτο μεγαλύτερο εκτοπισμένο πληθυσμό στον κόσμο.