Δεν είναι ο Έρως μόνο γιος της Αφροδίτης… μα και αδελφός της Ελπίδας, αυτής της ακατάλυτης ανθρώπινης ανάγκης η οποία αμέσως μόλις πληρωθεί, αναζωπυρώνεται κι επιζητά το πλέον, το μείζον, το υψηλότερο. Αενάως αναγεννώμενη, ποτέ δεν πληρείται. Δεν αρκείται απλώς και μόνο στο εφικτό αλλά επιθυμεί να φτάσει το άφταστο, να κατακτήσει το τέλειο, το υπεράνθρωπο.

Ομοίως, αντικείμενο του Έρωτα δεν είναι σχεδόν ποτέ ένα έτερο ανθρώπινο ον. Είναι αυτό το ίδιο ανθρώπινο ον, όχι μόνο εξιδανικευμένο μα και επιφορτισμένο με τις κρυφότερες απαντοχές μας, το πλέον ενθουσιώδες πάθος και τη βαθύτερη λαχτάρα μας, τις πιο μύχιες ελπίδες μας. Υποσυνείδητα το αντικείμενο του πόθου μας εξυψώνεται πάνω από τα ανθρώπινα, πάνω κι από μας τους ίδιους, λαμβάνοντας μέσα στο μυαλό μας μια διάσταση υπερφυσική. Υπέρβαση, υπέρβαση του εγώ μας.

Ο ερωτευμένος αιθεροβατεί. Τυφλωμένος από το υπερμέγεθες και υπερτροφικό του πάθος, συμπληρώνει υποσυνείδητα μα στέρεα όσα δε γνωρίζει για το αντικείμενο του πόθου του, με το ομορφότερο υλικό από τα πιο απατηλά του όνειρα, με ανυπόστατα αποκυήματα της φαντασίας του. Χτίζει στα σύννεφα ένα οικοδόμημα λαμπρό, επιβλητικό, μεγαλειώδες, χωρίς όμως θεμέλια, έωλο. Πόσο μάλιστα πέφτει απ’ τα σύννεφα, όταν όσα με τον καιρό γνωρίζει για το “θύμα” του, δε συμφωνούν με όσα έπεισε τον εαυτό του πως, το δίχως άλλο, έτσι είναι.

Φτάνει όμως κάποτε κι η στιγμή, η πικρή εκείνη στιγμή, που κι ο τυφλός βλέπει. Και τότε η αποδόμηση είναι βίαιη, απάνθρωπη, το οικοδόμημα καταρρέει εις τα εξ ων συνετέθη, διαλύεται σε σκονισμένα συντρίμμια. Κι όταν το υλικό των ονείρων, το πάθος και οι ελπίδες αποσυρθούν, αυτό που απομένει πια είναι ένα πλάσμα γυμνό, απαξιωμένο, συχνά αδικημένο, ίσως και κάπως φαιδρό.

Ο πρώην ερωτευμένος θα απαξιώσει – έστω και προσωρινά – όχι μόνο το αποδεδομημένο άτομο, μα και τον ίδιο τον έρωτα… Θα αυτοσαρκάζεται και θα γελάει με τον ίδιο του τον εαυτό και τον, αξιοπερίεργο αλήθεια, τυφλό του ενθουσιασμό. Θα κοιτάζει αφ’ υψηλού αυτό το παιδιάστικο συναίσθημα που τόσο δεν ταιριάζει στις ώριμες καρδιές, ίσως ακόμη ακόμη να αποφασίσει να ζήσει χωρίς τον αχρείαστο και υπερτιμημένο έρωτα.

Κι όμως… αργά ή γρήγορα, εκεί που πια θα έχει πείσει εαυτόν πως όλα γύρω του ρέουν πολύ όμορφα, δίχως την ασυγκράτητη ορμή του έρωτα να παρασέρνει συθέμελα τις βάσεις της ζωής του, κάπου εκεί, θα νιώσει ακούσια και πάλι ένα δυνατό τσίμπημα που θα ενσταλάξει μέσα του την Ελπίδα… Αυτός ο ίδιος σίγουρος άνθρωπος που γελούσε και ορκιζόταν πριν λίγο με την ανείπωτη ανοησία και το πρόσκαιρο του συναισθήματος, αυτός ο ίδιος θα παραδοθεί άνευ όρων στον στρατηγό Έρωτα. Μέχρι να τον καθαιρέσει και πάλι σε αναλώσιμο στρατιώτη έρωτα.

Όσο δε βρίσκει αυτό που αναζητά, ο κύκλος θα επαναλαμβάνεται κι η φαυλότητά του θα τον κατατρύχει, θα τον βασανίζει, ξανά και ξανά, χωρίς οίκτο, χωρίς τέλος.

Δεν είναι άραγε ο άνθρωπος που αναζητά τον αληθινό Έρωτα σαν το Σίσυφο; Που σπρώχνει το βράχο μέχρι την κορυφή του βουνού κι αυτός κατρακυλά κάθε φορά; Κι όμως, αυτός συνεχίζει ξανά και ξανά σε μια αέναη, ατελείωτη, οδυνηρή επανάληψη… Τι είναι αυτό που τον εμψυχώνει, τι είναι αυτό που του δίνει νέα ώθηση κι αποφασιστικότητα, κάθε φορά που βλέπει τον βράχο να κατρακυλάει; Είναι μήπως το πείσμα, η οργή, η εμμονή; Όχι βέβαια. Είναι η Ελπίδα. Η Ελπίδα πως κάποια στιγμή ο βράχος θα παραμείνει στη θέση του, πως το μαρτύριό του στον Άδη θα τελειώσει, πως ο ατίθασος βράχος και το αφιλόξενο όρος θα δαμαστούν και θα φιλιώσουν.

Προσπαθεί ξανά και ξανά και ξανά, σπρώχνει τον βράχο μέχρι την κορυφή, μετά κόπων και βασάνων, εν μέσω ψευδαισθήσεων και αυταπατών. Αν όμως «ο έρωτας αρχίζει με μία μεταφορά» (1) – αυτή του βράχου; – η κυριολεξία είναι η ελεύθερη, ανεξέλεγκτη πτώση του που συμπαρασύρει την Ελπίδα της ψυχής. Η ανθρώπινη ψυχή εντούτοις εθελοτυφλεί στωικά, παραμένει ανένδοτα ανεπίδεκτη μαθήσεως διότι το πάθος κι ο προορισμός της υπερβαίνουν κάθε νουνεχές δίδαγμα. Δεν ησυχάζει, δεν πτοείται, δεν αναπαύεται. Όταν ο βράχος του Έρωτα κατρακυλήσει και πάλι, το αλγεινό ταξίδι ξαναρχίζει πεισματικά, άνοα, ασυμβίβαστα. Διότι στην κορυφή περιμένει η πλήρωση, η ευτυχία. Απατηλή, άπιαστη, ανέφικτη, ποιος ξέρει; Κι αν όχι, για πόσο… πριν κατρακυλήσει και πάλι σε ανήλια βάθη;

H ψυχή όμως δε ρωτά. Ποτέ δε ρωτά. Κοιτάζει το άπειρο αμετανόητη. Αυτή είναι η ευλογία και η κατάρα της. Η Ελπίδα. Η εγγενής φυλακή της. Ίσως βέβαια θα υποστήριζε κάποιος πως ο Σίσυφος, ο πονηρότερος και σοφότερος των ανθρώπων δε σπρώχνει κάθε φορά το βράχο ιδία θελήσει αλλά εξαναγκάζεται προς τούτο από δυνάμεις εξωτερικές, ανώτερες και πέραν της σφαίρας ελέγχου του. Δε θα μπορούσαμε αβίαστα να μη συμφωνήσουμε με μια τέτοια πιθανότητα, λαμβάνοντας υπόψη και την καταναγκαστική διάσταση που ενέχει η έννοια του μαρτυρίου. Ίσως λοιπόν η επικαλούμενη «Ελπίδα» αφορά την ψυχική του κατάσταση και δεν αποτελεί το πρωταρχικό κίνητρο της κατ’ επανάληψη πράξης του.

Μήπως όμως κι ο Έρωτας δεν ξεπερνά την ανθρώπινη βούληση; Ο αληθινός Έρωτας σπανιότατα – αν όχι καθόλου – σχετίζεται με τη λογική σκέψη, ούτε εγγίζει της παρυφές του ορθολογισμού. Δεν ερωτευόμαστε εκουσίως, με τον ίδιο ίσως τρόπο που κι ο Σίσυφος δεν εκκινούσε την ανάβασή του οικεία βουλήσει. Κι αν όσο διαρκούσε το εκ των προτέρων αποτυχημένο εγχείρημά του, η Ελπίδα και η λαχτάρα δεν χάιδευαν τις χορδές της ψυχής του, τότε το μαρτύριό του δε θα μπορούσε να σταθεί καν ως έννοια.

Σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό μύθο, ο Σίσυφος νίκησε δύο φορές τον θάνατο. Η ευφυΐα του ξεπερνούσε τα ανθρώπινα – αλλά και τα θεία – μέτρα και το επίτευγμά του εμπίπτει στα όρια της ουτοπίας κι αποτελεί άνευ ετέρου την παραλίγο εκπλήρωση του μεγαλύτερου ονείρου του ανθρώπου από καταβολής ύπαρξής του, της αθανασίας. Ακόμη κι η ανώτατη ευφυΐα ωστόσο, στέκεται ανίσχυρη απέναντι στην παντοδύναμη Ελπίδα η οποία, κατά αντιπαραβολή με τον θάνατο, ξεπηδάει από μέσα μας, θριαμβεύει κι αναδεικνύεται σε «ανάγκη» υπέρτερη της ίδια της φυσικής τάξης. Και πάλι στον δρόμο μας η υπέρβαση…

Τι άλλο είναι λοιπόν η Ελπίδα παρά μια φυλακή, από την οποία απελευθερωνόμαστε μόνο με τον θάνατο; Είχε απόλυτο δίκιο ο συγγραφέας (2). Παρότι λοιπόν νίκησε δις τον θάνατο, ο Σίσυφος – όσο υπήρχε – δεν κατανίκησε ποτέ την Ελπίδα.

Τι θα συμβεί άραγε, αν κάποια στιγμή ο βράχος παραμείνει στην κορυφή; Αν, αντί να πέσει, για ακόμη μία φορά, μείνει ακλόνητος εκεί. Πόση αγαλλίαση, πόση πληρότητα, θα κατακλύσουν τότε την ψυχή του τάλανος Σισύφου… Τόσο, ώστε η άβυσσος να πλημμυρίσει από ευτυχία και να ξεχειλίσει σε δάκρυα. Πόσοι ποταμοί ευφορίας θα κυλήσουν τότε στις σκαμμένες του παρειές και θα λάμψουν στο γερασμένο του πρόσωπο. Πόσο κι αυτό θα αλλάξει και θα μεταμορφωθεί… Όλα τότε θα γίνουν τέλεια!

Κι αν… κι αν κάποια στιγμή ο Σίσυφος κουραστεί από την τόση ευτυχία; – διότι σπάνια οι άνθρωποι αντέχουν την ευτυχία. Κι αν κουραστεί να θαυμάζει τον ακλόνητο βράχο στην κορυφή του βουνού κι αρχίζει να ανακαλεί την γλυκιά εκείνη αίσθηση της επαναλαμβανόμενης αποτυχίας; Δεν είναι μήπως μια άλλης μορφής ευτυχία, η νοσταλγία της επανάληψης; Μήπως τότε, ο σοφός Σίσυφος, για πρώτη φορά, θα γείρει πάνω στον βράχο για να τον ρίξει μόνος του απ’ το βουνό; Και βλέποντας τον να κατρακυλάει στο έδαφος… πόση αγαλλίαση, πόση ευτυχία, πόση πληρότητα θα κατακλύσουν τότε την ψυχή του!

 

1 Μίλαν Κούντερα (“Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι”)

2 Νίκος Καζαντζάκης: «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος»