Στις 5 Ιανουαρίου του 1822, πέρασε από τον Κάλαμο στο Αλιβέρι ο Ηλίας Μαυρομιχάλης, προσκαλεσμένος από το Δεσπότη Νεόφυτο και τους προκρίτους, ως επίσημος πολεμικός αρχηγός της Καρυστίας. Είχε μαζί του το θείο του Κυριακούλη, εξακόσιους Μανιάτες και δύο πλοία. Ολοι φοβήθηκαν πως θα δημιουργούνταν διενέξεις και αντιζηλίες ανάμεσα στους αρχηγούς, αλλά τα πράγματα συμβιβάστηκαν, χάρις στην πολιτικότητα και τη μεγαλοφροσύνη του Ηλία, ο οποίος φίλησε εγκάρδια το Βάσο και τον αναγνώρισε ως ισότιμο αρχηγό. Ακολούθησε εκκλησιαστική τελετή στην οποία ο δεσπότης έβαλε τους δύο αρχηγούς να δώσουν όρκο στο Ευαγγέλιο πως θα συνεργάζονταν ειλικρινά και με αγάπη στον αγώνα κατά της Τουρκίας.

Ο Βάσος, μολονότι  ήταν δυσαρεστημένος για τον παραγκωνισμό του, αναγκάστηκε να ανεχθεί τη νέα κατάσταση, γιατί την επέβαλε ο επίσκοπος Νεόφυτος, ο οποίος είχε αναλάβει την οικονομική φροντίδα του αγώνα, και ακόμη, επειδή ο Ηλίας είχε πολυάριθμο σώμα από εμπειροπόλεμους Μανιάτες. Θυσίαζε λοιπόν για την ώρα τις φιλοδοξίες του στη σκοπιμότητα και την ανάγκη. Οσο για τον Κριεζώτη, εκείνος αναγνώρισε αληθινά τον Μαυρομιχάλη.

Ο Μαυρομιχάλης αμέσως μετά την αποβίβασή του στο Αλιβέρι προχώρησε προς τα Κριεζά, όπου έμεινε οχτώ ημέρες, περιμένοντας να ετοιμαστεί ο στρατός, του οποίου τον ανεφοδιασμό είχαν αναλάβει οι πρόκριτοι του Αλιβερίου με τον επίσκοπο Καρυστίας. Η άφιξη του νέου αρχηγού ανησύχησε τον Ομέρ Μπέη, ο οποίος πήρε ιδιαίτερες προφυλάξεις και μέτρα. Ενίσχυσε τα Στύρα με 150 επίλεκτους μαχητές, επικεφαλής των οποίων έβαλε τον γαμπρό του Γιουσούφ αγά και ετοιμάστηκε να εκστρατεύσει ο ίδιος κατά του Αλιβερίου. Οι Ελληνες οπλαρχηγοί, που είχαν πιάσει επίκαιρες θέσεις κοντά στα Στύρα, μετά την άφιξη του Γιουσούφ  αγά, ζήτησαν ενίσχυση από το στρατόπεδο του Αλιβερίου και, επειδή έμαθαν πως και ο Ομέρ μπέης ετοιμάζεται να εκστρατεύσει εναντίον τους, προχώρησαν για να τον προλάβουν στα Μεσοχώρια, δύο  ώρες μακριά από τα Στύρα.

Οι δυνάμεις που ήταν συγκεντρωμένες στα Μεσοχώρια με τον Κυριακούλη, το Βάσο, τον Κόττα, τον Κριεζώτη και με γενικό αρχηγό τον Ηλία Μαυρομιχάλη, ξεπερνούσαν τους χίλιους άντρες. Ολόκληρος αυτός ο στρατός, στις 11 Ιανουαρίου, προχώρησε με σκοπό να επιτεθεί κατά των Στύρων. Ο Κριεζώτης, που σαν ντόπιος ήξερε καλά τα κατατόπια , έδωσε τη γνώμη πως δεν ήταν σωστό να κλειστούν όλοι στη ρεματιά των Στύρων, αλλά έπρεπε μερικοί να πιάσουν και το Διακόφτι, απ’ όπου θα μπορούσαν να χτυπήσουν τον Ομέρ Μπέη, που υποχρεωτικά θα περνούσε από εκεί, καθώς θα ερχόταν από την Κάρυστο. Ετσι, θα κατόρθωναν να τον απομονώσουν από τον Γιουσούφ αγά, και να αντιμετωπίσουν χωριστά τον καθένα.

Ο Μαυρομιχάλης όμως, ανυπόμονος για πολεμική δράση και έχοντας εμπιστοσύνη στην ορμητικότητα των Μανιατών του, πίστεψε ότι θα πρόφταιναν να εξουδετερώσουν τον Γιουσούφ  αγά, πριν φτάσε ο Ομέρ Μπέης. Με τη σκέψη αυτή έπιασε θέσεις γύρω από τα Στύρα, ενώ ο Βάσος και ο Κριεζώτης τοποθέτησαν τους άντρες τους στις Κουβέλες, ένα τέταρτο από τις οχυρώσεις των Τούρκων.

Την  ίδια νύχτα ο Μαυρομιχάλης κατάλαβε και μόνος του την ανάγκη να πιάσει το Διακόφτι. Εστειλε λοιπόν αγγελιοφόρους να πουν στο Βάσο ότι είναι ανάγκη να τον περιμένει εκεί, για να στείλουν από εκατόν πενήντα άντρες και να πιάσουν τη ράχη, που βρισκόταν πίσω από το Διακόφτι. Ο Βάσος όμως από φιλοδοξία να σημειώσει την πρώτη επιτυχία, είχε φύγει από τις Κουβέλες, για να επιτεθεί εναντίον των Τούρκων που βρίσκονταν οχυρωμένοι στα Στύρα. Αλλά εκείνοι, επίλεκτοι και εμπειροπόλεμοι όπως ήταν, χτύπησαν με τα σπαθιά και κατόρθωσαν να διώξουν τους άντρες του, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν ντόπιοι χωρικοί, που για πρώτη φορά έπιαναν στα χέρια τους όπλα.

Οι αγγελιοφόροι λοιπόν ανακοίνωσαν στον αρχηγό τους ότι δεν βρήκαν το Βάσο. Ο Μαυρομιχάλης τότε θεώρησε περιττό να ασχοληθεί περισσότερο με το Διακόφτι και βρήκε προτιμότερο, αφού βρισκόταν τόσο κοντά προς τα Στύρα, να επιτεθεί ο ίδιος κατά του Γιουσούφ αγά. Πρωί-πρωί λοιπόν, στις 12 Ιανουαρίου, χτύπησε τις θέσεις των Τούρκων. Εκείνοι, ξεθαρρεμένοι από την προηγούμενη επιτυχία τους κατά του Βάσου, έριξαν μερικούς πυροβολισμούς και κατόπιν έπεσαν πάλι επάνω στους Ελληνες με τα σπαθιά. Οι Μανιάτες όμως, αντί να τρομοκρατηθούν, όπως οι χωρικοί του Βάσου, τους κυνήγησαν και ακολουθώντας τον ατρόμητο αρχηγό τους που έτρεχε πάντοτε μπροστά, τους πρόλαβαν στον Αγιο Βασίλειο και τους χτύπησαν. Σε λίγο οι Τούρκοι υπέκυψαν και αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 27 νεκρούς μπήκαν στα Στύρα και κλείστηκαν στα σπίτια. Εκεί αμύνθηκαν απελπισμένα, περιμένοντας να φτάσει ο Ομέρ Μπέης, που τον είχαν ειδοποιήσει από την προηγούμενη ημέρα.

Ο Ομέρ Μπέης βρισκόταν στο δρόμο όταν ο Μαυρομιχάλης με τους Μανιάτες του χτυπούσαν τον Γουσούφ αγά, που εκτός από τους πεζούς είχε μαζί του και διακόσιους ντελήδες που έτρεχαν με ξέφρενο καλπασμό προς τα Στύρα. Οι ντελήδες βγήκαν από το δημόσιο δρόμο και έπιασαν τα μονοπάτια που οδηγούσαν στο Διακόφτι  για να συντομεύσου την απόσταση. Στο μεταξύ, ο Μαυρομιχάλης,  ενώ πολιορκούσε τον Γιουσούφ αγά στα Στύρα , προβλέποντας τον ερχομό του Ομέρ Μπέη, έστειλε το θείο του Κυριακούλη, το Βάσο και τον Κόττα να καταλάβουν το Διακόφτι. Ηταν όμως αργά. Οταν οι Ελληνες οπλαρχηγοί έφτασαν στα Κάψαλα ο Ομέρ Μπέης είχε καβαλήσει τη ράχη του Διακοφτού. Και πάλι επιχείρησαν να τον δυσκολέψουν. Εκείνος όμως βρισκόταν σε πιο οχυρή θέση, επί πλέον είχε και ιππικό. Ετσι, από τα ελληνικά σώματα οι περισσότεροι άντρες σκορπίστηκαν. Ο Κυριακούλης υποχώρησε με τους λίγους Μανιάτες που του απόμειναν και κρύφτηκε στα βουνά, ο Κόττας  πληγώθηκε  στο μηρό, ενώ ο Βάσος έφευγε, ακολουθώντας τους άντρες του, που ανηφόριζαν στην πλαγιά τρομοκρατημένοι.

(Συνεχίζεται…)

 

Άρης Νόμπελης