Στο μεταξύ μεγάλη αταξία είχε δημιουργηθεί στο σώμα του Ηλία Μαυρομιχάλη. Πολλοί από τους άντρες του, όταν είδαν τους Τούρκους να μπαίνουν στα Στύρα και να κλείνονται στα σπίτια, νόμισαν πως τους είχαν νικήσει οριστικά. Αρχισαν λοιπόν να μεταφέρουν στην παραλία τα πλιάτσικα που είχαν αρπάξει από τα σπίτια για να τα φορτώσουν στα πλοία. Αλλοι πάλι βρήκαν άφθονο  κρασί στις αποθήκες και άρχισαν να πίνουν, μέχρι που μέθυσαν. Οταν λοιπόν ο Μαυρομιχάλης είδε τον Ομέρ Μπέη να κατεβαίνει με τους καβαλάρηδες, προσπάθησε να συγκεντρώσει τους άντρες του, αλλά τότε είδε ότι γύρω του δεν υπήρχαν παρά μόνο εξήντα. Από τους άλλους, όσοι είχαν μεταφέρει τα λάφυρα στα πλοία και ξαναγύριζαν τώρα, άοπλοι οι περισσότεροι, έβλεπαν τους Τούρκους που στέκονταν απάνω στα άλογα με υψωμένες τις σπάθες και δεν τολμούσαν να ζυγώσουν. Και οι μεθυσμένοι, που οπωσδήποτε ήταν άχρηστοι, έπιασαν τις πλαγιές τρέχοντας.

Ετσι λοιπόν, ο Μαυρομιχάλης με τους εξήντα που του απόμειναν, βρέθηκε  ανάμεσα στους Τούρκους από τα Στύρα και το ιππικό του Ομέρ Μπέη. Βοήθεια δεν περίμενε από πουθενά. Ο αδελφός του ο Κυριακούλης, είχε πιάσει τα βουνά και ο Βάσος που είχε χτυπηθεί από το ιππικό του Ομέρ Μπέη στην Κρύα Βρύση, σκαρφάλωσε στο λόφο Διαβολάκι και από κει παρακολουθούσε την κατάσταση στα Στύρα χωρίς να κινηθεί. Ο Κριεζώτης μόνο, καθώς σε κάποια στιγμή βρέθηκε κοντά στον Μαυρομιχάλη, τον συμβούλευσε να τραβηχτεί το γρηγορότερο. «Δύσκολα τα πράγματα,  μπέη μου», του είπε. «Πάμε να φύγουμε τώρα για να γλυτώσουμε τ’ ασκέρι. Οσο για πόλεμο, όρεξη νάχουμε. Θα βρούμε πολλές ευκαιρίες». Ο Μαυρομιχάλης όμως θεωρούσε ταπεινωτικό να αποχωρήσει, όσο κι αν το υπαγόρευε η λογική και η ανάγκη. Προσπάθησε να πείσει και τον Κριεζώτη να μείνει μαζί του. Εκείνος όμως ήταν αμετάπειστος και, αφού αντιλήφθηκε πως δεν μπορούσε να καταφέρει τον Μαυρομιχάλη να τον ακολουθήσει, έφυγε την τελευταία στιγμή και μόλις πρόφτασε να σωθεί. Τότε ο Μαυρομιχάλης έμεινε με τους λίγους αφοσιωμένους Μανιάτες, αποφασισμένος να αντιμετωπίσει τους καβαλάρηδες του Ομέρ Μπέη, που δεν άργησαν να φανούν.

Στην πρώτη έφοδο εφτά από τους συντρόφους του έπεσαν νεκροί, κατακομματιασμένοι από τις σπάθες του ιππικού. Οι υπόλοιποι με τον γενναίο αρχηγό τους υποχώρησαν και κλείστηκαν σ’ έναν ερειπωμένο μύλο, τον Κοκκινόμυλο, όπως τον έλεγαν. Εκεί, ο Μαυρομιχάλης έδεσε μ’ ένα μαντήλι τα μακριά μαλλιά του για να μην τον εμποδίζουν κι άρχισε να πυροβολεί τους Τούρκους, που στο μεταξύ συγκεντρώνονταν γύρω από το μύλο.

Η επίθεση υπήρξε τρομερή αλλά και η άμυνα ηρωική. Οι ντελήδες του Ομέρ Μπέη έχουν κυκλώσει τώρα το μύλο και προσπαθούν να πηδήξουν μέσα, αλλά θερίζονται από τα βόλια του Μαυρομιχάλη και των συντρόφων του. Γύρω από το μύλο πυκνό στρώμα έχει δημιουργηθεί από τα κουφάρια των Τούρκων και των αλόγων τους. Οι ηρωικοί υπερασπιστές συνεχίζουν την απελπισμένη άμυνα. Τώρα όμως πολύ λίγοι έχουν απομείνει. Οι περισσότεροι είναι σκοτωμένοι και ο Μαυρομιχάλης κείτεται στο χώμα βαριά πληγωμένος. Οι Τούρκοι κατόρθωσαν τελικά να πατήσουν τον ερειπωμένο μύλο. Από τους ηρωικούς υπερασπιστές του ένας μόνο, που απομένει ζωντανός, κατορθώνει να πηδήξει από το παράθυρο και να σωθεί κατηφορίζοντας προς την ακρογιαλιά. Ολοι οι άλλοι κείτονται νεκροί. Μόνο ο Μαυρομιχάλης κοντανασαίνει και βογγά από τον πόνο της λαβωματιάς του. Τον βλέπουν οι Τούρκοι, ρίχνονται απάνω του και ο σημαιοφόρος Μερτάνης του κόβει το κεφάλι και του παίρνει το χρυσοπλουμισμένο γιαταγάνι. Οι άλλοι μοιράζονται τα άρματά του, το μεγάλο ασημένιο σταυρό που κρέμεται στο λαιμό του, τη χρυσοκεντημένη ζώνη του, τρυπημένη τρεις φορές από τις σφαίρες και τα κοσμήματά του. Στην αρχή δεν τον αναγνωρίζουν. Από τα μαλλιά, τα γένια και το σταυρό υποθέτουν πως πρόκειται για το δεσπότη Νεόφυτο. Ομως ένας αιχμάλωτος τους πληροφορεί πως είναι ο Ηλίας Μαυρομιχάλης. Τότε, παίρνουν το κεφάλι του και το πηγαίνουν στον Ομέρ Μπέη για να πάρουν μπαξίσι. Εκείνος παρατηρεί τα ωραία χαρακτηριστικά του προσώπου του και ακούγεται να ψιθυρίζει: «Κρίμα στον άνθρωπο».

Οι Τούρκοι έκοψαν τα κεφάλια των σκοτωμένων και τα έστησαν στον οντά, στα Στύρα. Στη μέση είχαν τοποθετήσει το κεφάλι του Ηλία Μαυρομιχάλη, που ύστερα ο Ομέρ Μπέης το βαλσάμωσε και το έστειλε πεσκέσι στο Σουλτάνο.

Ο Κυριακούλης (ο αδελφός του Ηλία Μαυρομιχάλη), που εξακολουθούσε να βρίσκεται στα Κάψαλα, μόλις το επόμενο βράδυ έμαθε την τραγική είδηση. Η θλίψη του για το χαμό του αδελφού του ήταν απερίγραπτη. Περπάτησε όλη τη νύχτα με τους λίγους συντρόφους που του απόμειναν και το πρωί έφτασε στην παραλία. Από κει, με τον Γεννάδιο, διάκο του Δεσπότη, έστειλε γράμμα στον Ανδρούτσο, στο οποίο του έλεγε να έρθει το γρηγορότερο, για  να χτυπήσουν τους Τούρκους και να εκδικηθούν έτσι για το θάνατο του αδελφού του.

Μόλις πήρε ο Ανδρούτσος το μήνυμα του Κυριακούλη ξεκίνησε για το Αλιβέρι και στις 14 Ιανουαρίου έφτασε εκεί με τριακόσιους άντρες. Η είδηση για την άφιξή του πλημμύρισε με χαρά και ελπίδα όλο το λαό. Από την ίδια μέρα άρχισαν να φτάνουν στο στρατόπεδο του Αλιβερίου οι κάτοικοι των γύρω χωριών, κουβαλώντας ψωμί τυρί, λάδι, γιδοπρόβατα, χρήματα, ακόμα και τα χρυσά κοσμήματα των γυναικών τους, για τη συντήρηση του στρατού.

(Συνεχίζεται…)

 

Άρης Νόμπελης