Στο Αλιβέρι συγκεντρώθηκαν χίλιοι πεντακόσιοι άντρες με τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, τον Κριεζώτη, τον Τομαρά, το Βάσο Μαυροβουνιώτη και γενικό αρχηγό τον Ανδρούτσο. Ολοι αυτοί στρατοπέδευσαν σε απόσταση τριών ωρών από την Κάρυστο και ετοιμάζονταν να χτυπήσουν την κωμόπολη, όταν θα υποχωρούσε η κακοκαιρία που είχε ξεσπάσει και είχε καλύψει με παχύ στρώμα χιονιού όλη την περιοχή.

Οι Τούρκοι που είχαν αποκλειστεί στο φρούριο της Καρύστου, τρομοκρατήθηκαν. Ιδιαίτερα τους ανησυχούσε η είδηση ότι ανάμεσα στους οπλαρχηγούς ήταν κι ο Ανδρούτσος. Για να πεισθούν αν πράγματι ήταν εκεί ο Ανδρούτσος, έστειλαν έναν ραγιά να τους πληροφορήσει. Αλλά, ξαφνικά ο Αδρούτσος, παίρνοντας μαζί του πενήντα από τους άντρες του, πέρασε στην Αττική, χωρίς να ειδοποιήσει τους άλλους οπλαρχηγούς. Πιθανολογείται ότι έφυγε κατόπιν εντολής του Αρείου Πάγου, που τον έθετε σε δυσμένεια. Μετά την αποχώρησή του, η πολιορκία της Καρύστου διαλύθηκε.

Υστερα απ’ αυτό, ο Αγγελής Γοβγίνας, αρχηγός του ελληνικού στρατοπέδου στα Βρυσάκια, αποφάσισε να συγκεντρώσει τις επαναστατικές δυνάμεις της Εύβοιας και να επιχειρήσει τον αποκλεισμό των Τούρκων στη Χαλκίδα και την Κάρυστο. Μάλιστα ζήτησε να περάσουν στην Εύβοια και οι Μακεδόνες οπλαρχηγοί, που μετά τις ατυχίες της Χαλκιδικής και της Νάουσας, είχαν κατέβει στη Νότια Ελλάδα και βρίσκονταν στη Σκόπελο και τη Σκιάθο. Ταυτόχρονα ο Γοβγίνας έστειλε τον παπά Σκιαδά στο εσωτερικό του νησιού για στρατολογία.

Το σχέδιο του Γοβγίνα, που δείχνει και τη στρατηγική του ικανότητα ήταν να πολιορκήσει τη Χαλκίδα, να σκάψει γύρω βαθειά τάφρο και να αφήσει τον υπαρχηγό του Κώτσα και τον αδελφό του Αναγνώστη με αρκετές δυνάμεις για να επιτηρούν. Ο ίδιος, με τον κύριο όγκο του στρατού, να πολιορκήσει την Κάρυστο. Αν καταλάμβανε τα δύο αυτά φρούρια, θα απάλλασσε την Εύβοια από τους Τούρκους, και η μεγαλόνησος θα γινόταν ορμητήριο των Ελλήνων για να ελέγχουν τις κινήσεις των Τούρκων από τη Θεσσαλία προς την Ανατολική Ελλάδα.

Αλλά ο Γοβγίνας δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει το σχέδιό του. Τη νύχτα της 28ης Μαρτίου ο Κινάν Αγάς από τη Χαλκίδα, με ισχυρές δυνάμεις έπιασε τα Δυο Βουνά και έστησε ενέδρα στους Ελληνες. Κατόπιν με μικρή δύναμη πεζικού και ιππικού χτύπησε το ελληνικό στρατόπεδο.  Πρώτος αντιλήφθηκε την επίθεση ο υπαρχηγός Κώτσας που ξύπνησε αμέσως το Γοβγίνα. Εκείνος, ορμητικός όπως ήταν, άρπαξε το γιαταγάνι του, μπήκε μπροστά και φώναξε τους άντρες του να τον ακολουθήσουν. Μάταια ο Κώτσας προσπάθησε να τον εμποδίσει, λέγοντάς του πως στο σκοτάδι δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τους Τούρκους. Ο Γοβγίνας, αμετάπειστος μπήκε μπροστά και τον ακολούθησε ο στρατός.

Μόλις το μικρό απόσπασμα του Γοβγίνα έφτασε στα Δυο Βουνά, δέχτηκε επίθεση από το τουρκικό ιππικό  και πεζικό και δεκαπέντε άντρες του έπεσαν νεκροί. Ο στρατός που ακολουθούσε, μόλις άκουσε τους πυροβολισμούς κατάλαβε την παγίδα και γύρισε στο στρατόπεδο.  Η εμπροσθοφυλακή με τον Γοβγίνα όμως ήταν αδύνατο πια να υποχωρήσει και προσπάθησε με διάφορους ελιγμούς να ξεφύγει, αλλά κυκλώθηκε από πεζούς και καβαλάρηδες. Τότε, με επικεφαλής τον Γοβγίνα, τράβηξαν τα σπαθιά και όρμησαν να σπάσουν τις τουρκικές γραμμές. Προστατευμένοι από το σκοτάδι κατόρθωσαν να ξεφύγουν για λίγο. Ενώ όμως είχαν φτάσει στην Καστέλλα, μια σφαίρα βρήκε τον Γοβγίνα στη δεξιά ωμοπλάτη και έπεσε στο χώμα, χωρίς να τον αντιληφθούν οι σύντροφοί του. Προχώρησε σερνόμενος ως την ακροποταμιά, αλλά από την ακατάσχετη αιμορραγία, άφησε εκεί τη στερνή του πνοή.

Οι άλλοι, προχωρώντας προς τα Βρυσάκια, κατέλαβαν ένα λόφο, όπου ήταν σχετικά πιο ασφαλείς. Εκεί, ο Κώτσας σκότωσε έναν Τούρκο καβαλάρη, που πετάχτηκε μπροστά του και του πήρε το άλογο. Σε λίγα μέτρα όμως, τον χτύπησε σφαίρα ενώ ήταν επάνω στο άλογο και τον τραυμάτισε βαριά. Οι στρατιώτες του προσπάθησαν να τον μεταφέρουν στα χέρια, αλλά οι Τούρκοι πλησίαζαν κι έτσι άφησαν τον λαβωμένο, για να σωθούν. Οι Τούρκοι αναγνώρισαν το Κώτσα και πήραν το κεφάλι του για λάφυρο. Οι υπόλοιποι στρατιώτες κατόρθωσαν να φτάσουν στις πλαγιές του λόφου, αλλά η μοίρα είχε καταδικάσει όλους τους αρχηγούς εκείνη τη μέρα. Ενώ πίστευαν πως σώθηκαν, μια σφαίρα χτύπησε θανάσιμα τον Αναγνώστη Γοβγίνα, αδελφό του αρχηγού. Οσοι πολεμιστές κατόρθωσαν τελικά να σωθούν, έφτασαν στα Βρυσάκια χωρίς αρχηγούς, τσακισμένοι από τη κούραση και την αγωνία.

Την άλλη μέρα οι Τούρκοι βρήκαν τα πτώματα του Αγγελή Γοβγίνα και του αδελφού του Αναγνώστη. Τους έκοψαν τα κεφάλια και τα μετέφεραν μαζί με του Κώτσα στη Χαλκίδα. Εκεί τα γύριζαν θριαμβευτικά επί οχτώ ημέρες, ενώ τα πυροβολεία του κάστρου κανονιοβολούσαν ακατάπαυστα, γιορτάζοντας τη μεγάλη επιτυχία που τους είχε δώσει η τύχη, αλλά και το αλόγιστο θάρρος του αρχηγού των Ελλήνων. Ετσι χάθηκε ο Αγγελής Γοβγίνας, ένας από τους αξιόλογους οπλαρχηγούς του ’21. Μετά το θάνατό του διαλύθηκε  το ελληνικό στρατόπεδο και τίποτε αξιόλογο δεν επιχειρήθηκε στην Εύβοια σε ολόκληρη τη διάρκεια του ιερού αγώνα.

 

Άρης Νόμπελης