Οι Φιλικοί, για να απαλλαγούν από τον Γαλάτη, που ήταν πλέον επικίνδυνος για την Εταιρεία, τον έπεισαν να αναλάβει την οργάνωση της Μάνης, την οποία υπολόγιζαν ως την πιθανότερη αφετηρία της επανάστασης. Πίστευαν ότι με τον τρόπο αυτόν, έχοντας υπόψη τον ζωηρό και αποφασιστικό του χαρακτήρα, θα μπορούσε να ωφελήσει τη γενική προσπάθεια.

Ο Γαλάτης λοιπόν με τη συνοδεία του Τσακάλωφ, ενός υπηρέτη του από τη Βλαχία και του Παναγιώτη Δημητρόπουλου, ξεκίνησε για το Μοριά.

Ο Τσακάλωφ όμως  και ο Δημητρόπουλος, που υποπτεύονταν ότι πραγματικός σκοπός του Γαλάτη ήταν να προδώσει το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας στον βαλή του Μοριά, και σύμφωνα με τις γραπτές οδηγίες που είχαν «…να μην πειράξει κανείς τον Γαλάτη, όσο εργάζεται για τους σκοπούς της Εταιρείας, αλλά και να τον εκτελέσουν στην ανάγκη, αν κρίνουν ότι έχει γίνει επικίνδυνος…», αποφάσισαν να απαλλαγούν απ’ αυτόν.

Τον παρέσυραν λοιπόν στα ερείπια του κάστρου της αρχαίας Ερμιόνης και εκεί ο Δημητρόπουλος τον πυροβόλησε με τρομπόνι . Ψυχορραγώντας εκείνος, μόλις μπόρεσε να ψιθυρίσει:

– Τι σας έκαμα και με φάγατε;

Τότε ο Δημητρόπουλος τον αποτελείωσε με δεύτερη βολή, απαντώντας του με δακρυσμένα μάτια:

-Δεν ήτανε δυνατό να γλυτώσουμε διαφορετικά από την ανοικονόμητη κακία σου.

Οι άλλοι εταίροι προχωρούσαν κι αυτοί στις μυήσεις, αλλά με μεγάλη προσοχή και περίσκεψη. Ετσι, ο κύκλος της Φιλικής Εταιρείας μεγάλωνε από μέρα σε μέρα και τα μέλη της αριθμούσαν αρκετές εκατοντάδες.

Ενα άλλο περιστατικό που ενίσχυσε σημαντικά την προσπάθεια, ήταν ότι το Φθινόπωρο του 1817 έτυχε να περάσουν από την Οδησσό ο Αναγνωσταράς, ο Χρυσοσπάθης και ο Δημητρόπουλος, ο οποίος καθώς είδαμε σκότωσε αργότερα τον Γαλάτη. Είχαν υπηρετήσει στο ρωσικό στρατό της Επτανήσου και πήγαιναν στην Πετρούπολη , για να διεκδικήσουν καθυστερημένους μισθούς τους. Και οι τρεις χωρίς δισταγμό δέχτηκαν τη μύηση και υποσχέθηκαν να μπουν στην Εταιρεία και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους όταν θα ξαναγύριζαν από τη Ρωσία.

Οσο τα μέλη της Φιλικής πλήθαιναν, τόσο πιο έντονη παρουσιαζόταν η ανάγκη να μεταφερθεί η έδρα της στην Τουρκία. Εκεί θα μπορούσε να αναπτύξει αποδοτική δραστηριότητα στη μεγάλη μάζα των Ελλήνων. Το  Μάρτιο του 1818 λοιπόν, ο Σκουφάς με τον Αναγνωστόπουλο εγκαταστάθηκαν στην Πόλη και από τότε άρχισε μια νέα περίοδος δραστηριότητας, Ο Αναγνωστόπουλος κατόρθωσε να φέρει στην Εταιρεία τον πάμπλουτο μεγαλέμπορο Παναγιώτη Σέκερη, ο οποίος από τότε έγινε ο μόνιμος χορηγός τους. Στο μεταξύ, τον Μάιο του 1818 ξαναγύρισαν από τη Ρωσία ο Ανγνωσταράς, ο Χρυσοσπάθης και ο Δημητρόπουλος. Τότε ο Σκουφάς καθόρισε την περιοχή και τον τρόπο που θα δρούσε ο καθένας. Παράλληλα, οι μυήσεις στην Πόλη αυξάνονταν ραγδαία, κάτω από τα μάτια της ράθυμης και μοιρολατρικής τουρκικής εξουσίας.

Στο μεταξύ, οι απόστολοι της Φιλικής είχαν σκορπιστεί στις διάφορες περιοχές και κατηχούσαν τους τοπικούς αρχηγούς της εκκλησίας, της πολιτικής και των αρμάτων. Ο Αναγνωσταράς έστειλε στη Ζάκυνθο το φίλο του Νικόλαο Πάγκαλο, ταγματάρχη του ρωσικού στρατού για να μυήσει τον «Γέρο» και τους άλλους Ελληνες που υπηρετούσαν  στον αγγλικό στρατό της Επτανήσου. Ετσι μυήθηκαν, εκτός από τον Κολοκοτρώνη, οι Πετμεζαίοι, ο Πλαπούτας, ο Βιλαέτης και άλλοι.

Η προσπάθειά τους αυτή όμως, παρά τα ικανοποιητικά της αποτελέσματα, είχε μια οργανική αδυναμία. Της έλειπε ένας αρχηγός, που το όνομα και η θέση του θα εδραίωναν τη γενική εμπιστοσύνη και θα στερέωναν την πεποίθηση ότι θα την οδηγούσε στο επιθυμητό τέλος. Τα διδάγματα του παρελθόντος είχαν πείσει τους ηγέτες της Φιλικής , ότι το Εθνος μόνο στις δικές του προσπάθειες και τις δυνάμεις μπορούσε να στηριχθεί, για να επιτύχει την απελευθέρωσή του. Δεν γινόταν το ίδιο όμως και για τους άλλους Ελληνες. Οι πολλοί  αρέσκονταν να πιστεύουν ότι την επαναστατική κίνηση υποκινούσε ο Τσάρος και ότι στην αρχηγία της βρισκόταν κάποια από τις μεγάλες προσωπικότητες  του στρατού ή της αυλής του. Και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστευαν, ότι αρχηγός ήταν ο ίδιος ο Τσάρος, Την πεποίθηση αυτή την ενίσχυσε το μυστήριο που κάλυπτε την ηγεσία της Εταιρίας. Αν λοιπόν γινόταν γνωστό πως την επαναστατική κίνηση την προκαλούσαν μερικοί άγνωστοι έμποροι, υπήρχε κίνδυνος να χαθεί η εμπιστοσύνη και να διαλυθεί όλη η προσπάθεια.

(Συνεχίζεται…)