Για τους λόγους που εξηγήσαμε πριν, οι ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας αποφάσισαν να προσφύγουν στους επίσημους Ελληνες και να αναζητήσουν ανάμεσά τους τον αρχηγό. Η πρώτη τους σκέψη πήγε στον Καποδίστρια, για τον οποίο γενική ήταν η εντύπωση πως αποτελούσε το καταλληλότερο  πρόσωπο. Την υπόθεση ανέλαβε ο Ξάνθος, ο οποίος πήγε στην Πετρούπολη και παρουσιάστηκε στον Ελληνα υπουργό της Ρωσίας. Του μίλησε διστακτικά και αόριστα στην αρχή, για την υποδούλωση του Γένους και την ανάγκη να απαλλαγεί από τον τουρκικό ζυγό. Ο Καποδίστριας τον άκουσε με μεγάλη προσοχή και έδωσε τέλος στην ακρόαση με διπλωματική επιφυλακτικότητα. Υποσχέθηκε όμως στον Ξάνθο ότι σύντομα θα τον καλούσε σε δεύτερη συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε πέντε ημέρες αργότερα. Σ’ αυτήν ο Ξάνθος μίλησε ξεκάθαρα στον Καποδίστρια για την ύπαρξη και τους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας και του τόνισε τη γενική επιθυμία να αναλάβει εκείνος την ηγεσία της, επειδή το  πρόσωπό του, περισσότερο από κάθε άλλο, συγκέντρωνε τις ελπίδες και την εμπιστοσύνη του Εθνους. Τον παρακάλεσε ακόμη να χρησιμοποιήσει την επιρροή του στον Τσάρο, για να τον πείσει ότι πρέπει να βοηθήσει τον ελληνικό αγώνα.

Ο Καποδίστριας απήντησε στον Ξάνθο ότι δεν μπορούσε να δεχθεί την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, ούτε να ζητήσει τη βοήθεια του Τσάρου, γιατί η πολιτική κατάσταση της Ευρώπης δεν ήταν πρόσφορη για τέτοιες ενέργειες. Και ο Ξάνθος, αφού μάταια προσπάθησε να τον μεταπείσει, αποχώρησε απογοητευμένος. Τότε η σκέψη του στράφηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο  οποίος, μετά τον Καποδίστρια, ήταν το πρόσωπο που συγκέντρωνε την εμπιστοσύνη των Ελλήνων. Βρήκε λοιπόν τον Ιωάννη Μάνο, συγγενή της οικογένειας Υψηλάντη και τον παρακάλεσε να του κλείσει μια ακρόαση με τον πρίγκιπα. Ετσι ο Ξάνθος παρουσιάστηκε στον Υψηλάντη, ο οποίος τον δέχθηκε με εγκαρδιότητα και, αφού κατατοπίστηκε με κάθε λεπτομέρεια για την ύπαρξη και τους σκοπούς της Εταιρείας, δέχθηκε να αναλάβει την ηγεσία της, με κάποιους όρους όμως που διατυπώθηκαν σε ολιγόλογο πρακτικό, το οποίο υπογράφηκε από τον ίδιο τον Υψηλάντη και από τον Μάνο.

Πρώτο μέλημα του Υψηλάντη, όταν ανέλαβε τη γενική αρχηγία της Φιλικής, ήταν η τροποποίηση και απλούστευση του οργανισμού της. Λίγο καιρό αργότερα θεώρησε αναγκαίο να αφήσει την Πετρούπολη και να εγκατασταθεί στην Οδησσό. Από εκεί έστειλε γράμματα στους σημαντικότερους πολιτικούς και στρατιωτικούς αρχηγούς, και κατόπιν κατέστρωσε το σχέδιο των πολεμικών επιχειρήσεων.

Η γνώμη του ήταν ότι η επανάσταση έπρεπε να αρχίσει το συντομότερο. Το μεγάλο μυστικό είχε κοινολογηθεί και υπήρχε κίνδυνος να φτάσει στη Πύλη και να προκαλέσει αντιδράσεις της Τουρκίας.

Τον Οκτώβριο του 1820, άφησε την Οδησσό και κατέβηκε στο Ισμαήλι της Ρουμανίας. Εκεί έγινε πολιτικό συμβούλιο, στο οποίο πήραν μέρος οι σπουδαιότεροι Φιλικοί, στρατιωτικοί και πολιτικοί. Μεταξύ τους ήταν ο Ξάνθος, ο Παπαφλέσσας, ο Περραιβός και ο στρατηγός του ρωσικού στρατού Εμμανουήλ Παπαδόπουλος, αρχηγός του ρωσικού στόλου του Δούναβη. Το κυριότερο θέμα ήταν να καθορισθεί ο τόπος, απ’ όπου θα ξεκινούσε η επανάσταση. Υστερα από πολλές συζητήσεις και ζωηρές αντεγκλήσεις, αποφασίστηκε πως θα άρχιζε  από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Ετσι δεν έμενε παρά να δοθεί από τον γενικό αρχηγό το σύνθημα για να αρχίσει ο μεγάλος ξεσηκωμός του Γένους.

Ετσι, οι πατριωτικές ανησυχίες των εμποράκων της Οδησσού, στάθηκαν ικανές να ενώσουν το Γένος και να το οδηγήσουν στις επάλξεις ενός απεγνωσμένου αγώνα, για μια ελεύθερη ζωή ή έναν τιμημένο θάνατο.