Ράφενσμπρικ (6)

Οι μαζικές δολοφονίες στο Ράφενσμπρικ, άρχισαν αμέσως μετά την άφιξη του Σβαρτσχούμπερ στο στρατόπεδο. Ξεπέρασε κάθε ρεκόρ και έστελνε τακτικά ομάδες εκτέλεσης στο Γιούγκεντλαγκερ, όπου και λάμβαναν χώρα πολλές εκτελέσεις. Δεν ετίθετο ζήτημα δίκης. Τα θύματα επιλέγονταν είτε σύμφωνα με τα αρχεία των αξιωματικών είτε κατά την ώρα των επιθεωρήσεων.

Η διαταγή να εκτελεσθούν αυτές οι γυναίκες, προερχόταν απ’ τη SIPO κι έφερε επίσης την υπογραφή του διοικητή Ζούρεν. Τις πυροβολούσε στον αυχένα, έξω απ’ το κρεματόριο, ο ειδικός, ο δεκανέας Σουλτς και στη συνέχεια τις έβαζαν μέσα και τις έκαιγαν. Αξίζει να σημειωθεί ότι τις έκαιγαν μαζί με τα ρούχα τους. Οι γυναίκες αυτές αντιμετώπιζαν τον θάνατο με τόσο μεγάλο ψυχικό σθένος, που ακόμη και ο Σβάρτσχούμπερ ομολόγησε ότι «συγκινήθηκε βαθειά» όταν παραβρέθηκε σε μια απ’ τις εκτελέσεις.

Λίγο μετά την άφιξή του στο Ράφενσμπρικ, μαζί με λίγους κρατούμενους που είχαν απομείνει στο Αουσβιτς, άρχισε η «επιλογή για το Αναρρωτήριο του Μίτελβερντε» και τα αρχεία του στρατοπέδου ανέφεραν πως 3.500 κρατούμενες «μεταφέρθηκαν στο Αναρρωτήριο του Μίτελβερντε», το Μάρτιο και Απρίλιο του 1945. Αλλά, με μια ματιά στο χάρτη, βλέπουμε ότι το Μίτελβερντε βρισκόταν σ’ ένα τμήμα της Γερμανίας που κατείχε ήδη ο Κόκκινος Στρατός.

Ο Ράμντορ που ήταν επικεφαλής του «Πολιτικού Τμήματος» του στρατοπέδου, ήταν αστυνομικός του εγκληματολογικού και τοποθετήθηκε υπεύθυνος για όλες τις ανακρίσεις. Δεν ήταν μέλος των SS, αλλά «μ’ όποιο δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις», κι έτσι στην περίοδο που κατείχε τη θέση αυτή – την οποία πρωτοανέλαβε το 1942 – ήταν πρώτος στις κτηνωδίες.

Ενας γραμματέας που εργαζόταν σ’ ένα δωμάτιο δίπλα απ’ το γραφείο του, άκουγε πολύ συχνά γυναικείες κραυγές την ώρα της ανάκρισης. Αν δεν έπαιρνε τις πληροφορίες που ήθελε, κλείδωνε τη γυναίκα σ’ ένα παγωμένο, σκοτεινό κελί, χωρίς φαγητό και κρεβάτι. Από κει την έβγαζε σε μια εβδομάδα, σχεδόν σε κατάσταση τρέλας.

Κάποτε ο Ράμντορ ανέκρινε μια Πολωνή ονόματι Ζεβέτσκοβα και, όταν αυτή αρνήθηκε να προδώσει τις φίλες της, την έστειλε στο κτήριο τιμωρίας, όπου έμεινε 12 μέρες χωρίς κουβέρτα και φαγητό. Τη δωδέκατη μέρα, την έφεραν μπροστά στον ανακριτή Ράμντορ, αλλά καθώς εξακολουθούσε να αρνείται να μιλήσει, ο Ράμντορ διέταξε να της κάνουν «έξι ντους».

Αυτή η τιμωρία, την οποία επινόησε ο Ράμντορ, περιλάμβανε ντους υψηλής πίεσης με παγωμένο νερό από έναν πυροσβεστικό κρουνό. Αυτά τα ντους, έγιναν δυο φορές την εβδομάδα, για τρεις εβδομάδες και η Ζεβέτσκοβα ανακρίθηκε και πάλι απ’ αυτόν, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Στη συνέχεια, την ξαναέστειλε στο κτήριο τιμωρίας για έξι εβδομάδες, δίνοντάς της ελάχιστο καφέ και ψωμί καθημερινά και μαγειρεμένο φαγητό κάθε τέσσερις ημέρες. Οταν τελείωσε κι αυτό, οδηγήθηκε ενώπιον του διοικητή και καθώς συνέχιζε να αρνείται να μιλήσει, την έστειλαν στο νοσοκομείο. Υστερα από όλη τη φρίκη που έζησε στο στρατόπεδο η Ζεβέτσκοβα, η τύχη τη βοήθησε και κατόρθωσε να αποδράσει από το Γιούγκεντλαντερ και να ζήσει πια ελεύθερη.

Ο Ράμντορ εφάρμοζε τα πιο σκληρά σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια. Μια γυναίκα είχε ξυλοκοπηθεί τόσο άγρια, που επιχείρησε να αυτοκτονήσει κόβοντας την αρτηρία στο λαιμό της και τη θεράπευσε ο Τράιτε. Ο Ράμντορ παραδέχθηκε πως στερούσε από τις κρατούμενες το φαγητό, ότι τις έδερνε, ότι τις νάρκωνε με ενέσεις και ότι τις ανέκρινε, όταν ήταν υπό την επίδραση αυτών των φαρμάκων. Επιπλέον, συνήθιζε να δένει τα χέρια των κρατουμένων στην πλάτη τους και να τις βάζει να ξαπλώνουν μπρούμητα σε ένα τραπέζι, κατά τέτοιον τρόπο, που το κεφάλι τους να εξέχει στην άκρη του τραπεζιού, όπου είχε βάλει μια καρέκλα με ένα δοχείο με νερό. Στη συνέχεια, άρπαζε τη γυναίκα από τα μαλλιά και βύθιζε το κεφάλι της στο νερό.

Ετσι έκανε ο Ράμντορ τις ανακρίσεις του. Αυτές οι μέθοδοι δεν ήταν της KRIPO, στην οποία ανήκε οργανικά ο ίδιος, αλλά της Γκεστάπο της οποίας ήταν φανατικός μαθητής.

Ο άνθρωπος αυτός, όπως τόσοι και τόσοι που διέσχισαν αλαζονικά τη σκηνή της γερμανικής ιστορίας σαν φρενήρεις μαριονέτες, θα αποτελούσε αντικείμενο προς μελέτη για την επιστήμη της Ψυχολογίας. Ηταν ένα παράξενο μίγμα – όπως και πολλοί συνεργάτες του – σαδισμού, συναισθηματικότητας και τυραννίας.

Το 1947, όταν κρίθηκε ένοχος από Δικαστήριο Εγκλημάτων Πολέμου στο Αμβούργο, και καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού, πολλοί φίλοι και συγγενείς του, έγραψαν πως: «ο αγαπημένος μας Λούντβιχ δεν θα μπορούσε να σκοτώσει ούτε μυρμήγκι». Πως ήταν ένας σύντροφος «ο οποίος έβρισκε τη χαρά στη φύση». Πως ήταν ένας «προστάτης των αδύναμων και των κατατρεγμένων». Πως «όταν περπατούσε, συχνά πηδούσε για να μην πατήσει ένα σαλιγκάρι ή μια σαύρα που ήταν στο δρόμο» και πως όταν έθαψε το καναρίνι της πεθεράς του «έβαλε το πουλάκι σε ένα μικρό κουτί, άφησε πάνω του ένα τριαντάφυλλο και το σκέπασε με χώμα κάτω από μια τριανταφυλλιά».

Μας είναι αδύνατο να ταυτίσουμε τον απάνθρωπο Ράμντορ του Ράφενσμπρικ, που σκορπούσε τον τρόμο για χρόνια στο στρατόπεδο, με τον «αγαπημένο Λούντβιχ» που είχαν να θυμούνται οι συγγενείς και οι φίλοι του.

(Συνεχίζεται)