Ράφενσμπρικ(9)

Η Κάρμεν Μόρι, η επονομαζόμενη και «Μάτα Χάρι τρίτης κατηγορίας», ήταν επικεφαλής του «Κτηρίου 10», στο οποίο βρισκόταν το δωμάτιο, όπου κρατούνταν οι «τρελές γυναίκες». Στο ίδιο μεγάλο κτήριο βρισκόταν ακόμη ένα δωμάτιο γεμάτο με γυναίκες που έπασχαν από φυματίωση. Η Μόρι, διόρισε έναν Γερμανό εγκληματία κρατούμενο, ως υπεύθυνο αυτών των ασθενών γυναικών, και εκείνος τις έδερνε και τις έκλεβε. Η ίδια η Μόρι συνήθιζε να δέρνει τις κρατούμενές της. Ξυλοκόπησε μάλιστα μια Πολωνή και της έριξε κουβάδες με παγωμένο νερό στο πρόσωπο και στο σώμα την ώρα που ήταν ολόγυμνη. Η κρατούμενη αυτή ήταν μια γοητευτική γυναίκα που την συμπαθούσαν όλοι. Επίσης ήταν καλλίφωνη και η Μόρι την κακομεταχειριζόταν αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτό. Η Πολωνή πέθανε την επόμενη μέρα.

Οι Βελγίδες του στρατοπέδου αποκαλούσαν τη Μόρι «Τέρας». Συνήθιζε να ναρκώνει τις άρρωστες γυναίκες που ήταν ετοιμοθάνατες, τις σήκωνε απ’ τα κρεβάτια τους στο «Κτήριο 10», τις έβαζε στο μπάνιο, τις πετούσε πάνω στις παγωμένες πέτρες και έριχνε πάνω τους κουβάδες με παγωμένο νερό λέγοντας: «Τώρα θα είσαι καθαρή».

Η Βιολέτ Λεκόκ ήταν υπολοχαγός στη La France Combattante, μια από τις οργανώσεις του γαλλικού αντιστασιακού κινήματος. Πριν από τον πόλεμο ήταν νοσοκόμα. Συνελήφθη στις 20 Αυγούστου 1942 και τον Οκτώβριο του 1943 έφτασε στο Ράφενσμπρικ ως κρατούμενη, βάσει του Διατάγματος «Νύχτα και Ομίχλη». Λίγους μήνες μετά την άφιξη της Λεκόκ, η Μόρι την πήρε στο Κτήριο 10 για να τη βοηθάει.

Στη δίκη του Ράφενσμπρικ, η Λεκόκ περιέγραψε στην κατάθεσή της ένα περιστατικό που συνέβη κάποτε στο «Κτήριο 10».

«Ενα βράδυ μάς ξύπνησε ένα ουρλιαχτό που ερχόταν απ’ το δωμάτιο όπου στεγάζονταν οι τρελές κρατούμενες. Η Κάρμεν Μόρι, μια Γαλλίδα νοσοκόμα κι εγώ, σηκωθήκαμε και πήγαμε να δούμε τι συνέβαινε. Ανοίξαμε την πόρτα και είδαμε δυο γυναίκες να παλεύουν μεταξύ τους. Η μία ήταν σίγουρα Ρωσίδα. Η Μόρι πήρε μια από τις δερμάτινες ζώνες που κρέμονταν μόνιμα στον τοίχο και άρχισε να ξυλοφορτώνει και τις δύο γυναίκες. Εστειλε τη φοιτήτρια ιατρικής να βρει φιαλίδια και στη συνέχεια έκανε και στις δύο ενέσεις. Το επόμενο πρωί, γύρισα στο δωμάτιο, όπου είδα πέντε γυναίκες να κείτονται νεκρές, εκ των οποίων οι δύο ήταν αυτές στις οποίες έκανε την ένεση η Μόρι».

Η Μόρι, έμεινε στο Ράφενσμπρικ μέχρι το τέλος του πολέμου, οπότε και απελευθερώθηκε μαζί με πολλές άλλες και τελικά εισήλθε στη Βρετανική Ζώνη Κατοχής κοντά στο Αμβούργο, όπου και συνελήφθη τελικά ως εγκληματίας πολέμου στις 5 Οκτωβρίου 1945.

Μια απ’ τις πιο μοχθηρές φυσιογνωμίες του στρατοπέδου ήταν μια νέα γυναίκα ονόματι Βέρα Σαλβεκουάρτ. Είχε παράξενο ιστορικό και πρωτοήρθε στο στρατόπεδο ως κρατούμενη.

Την ημέρα της δίκης της ήταν μόλις 27 ετών. Είχε γεννηθεί στην Τσεχοσλοβακία από μητέρα Τσέχα και πατέρα Σουδήτη Γερμανό και είχε εκπαιδευτεί ως επαγγελματίας νοσοκόμα στη Λειψία.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, συνελήφθη τουλάχιστον τέσσερις φορές. Το 1941, τη συνέλαβαν, την ανέκριναν και την έστειλαν σ’ ένα εβραϊκό στρατόπεδο στο Φλόσενμπεργκ. Ο λόγος που τη συνέλαβαν τότε ήταν ότι είχε αρραβωνιαστεί έναν εβραίο καταζητούμενο από την Γκεστάπο, ο οποίος δεν μπορούσε να εντοπιστεί. Καθώς αρνήθηκε να αποκαλύψει στην Γκεστάπο τον τόπο διαμονής του, φυλακίστηκε στο Φλόσενμπεργκ για δέκα μήνες και μετά αφέθηκε ελεύθερη.

Συνελήφθη και πάλι τον Μάιο του 1942, με την κατηγορία της παραβίασης των Νόμων της Νυρεμβέργης, συμπεριλαμβανομένης της «σχέσης» με Εβραίο, καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση και αφέθηκε ελεύθερη τον Απρίλιο του 1944.

Συνελήφθη ξανά στις 8 Αυγούστου 1944 και κατηγορήθηκε για κατασκοπεία και βοήθεια στον εχθρό και δικάστηκε μαζί με τον αρραβωνιαστικό της και την αδελφή του στη Δρέσδη. Ο αρραβωνιαστικός της ανέλαβε όλη την ευθύνη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η Σαλβεκουάρτ και η αδελφή του μνηστήρα της μεταφέρθηκαν προσωρινά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Τερέζιενστατ, απ’ όπου έφτασαν, μετά από ένα ατελείωτο και γεμάτο παρακάμψεις ταξίδι, στο Ράφενσμπρικ στις 6 Δεκεμβρίου 1944.

(Συνεχίζεται)