Ράφενσμπρικ (4)

Κάθε μέρα το στρατόπεδο «ξεφορτωνόταν» 50 κρατούμενες, πυροβολώντας τες στον αυχένα και στη συνέχεια αποτεφρώνοντάς τες. Η διαδικασία αυτή άρχισε στα τέλη του 1944, μετά από μια επίσκεψη ρουτίνας του Χίμλερ στο στρατόπεδο. Ο διοικητής έλαβε διαταγές απ’ τον Ράϊχσφύρερ των SS να εκτελεσθούν όλες οι κρατούμενες που ήταν άρρωστες ή ανίκανες να περπατήσουν, διότι οι Γερμανοί περίμεναν πως θα έπρεπε να εκκενώσουν αυτό το στρατόπεδο ενόψει της προσέγγισης των ρωσικών στρατευμάτων. Είχαν σχεδιάσει να απομακρύνουν κάθε στοιχείο της ανομίας τους, καταστρέφοντας τα στρατόπεδα και παίρνοντας τους τροφίμους μαζί τους, την ώρα που θα υποχωρούσαν προς τα δυτικά ενώπιον των Ρώσων.

Εκείνη την περίοδο, που το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Αουσβιτς στην Πολωνία είχε εκκενωθεί για παρόμοιους λόγους, έφτασαν στο Ράφενσμπρικ δύο ειδήμονες στην εξόντωση. Ο Σβαρτσχούμπερ που έγινε υποδιοικητής και κάποιος δρ. Βίνκελμαν.

Με την άφιξή τους εγκαινιάστηκε η οργανωμένη μαζική σφαγή όλων των γυναικών που δεν μπορούσαν να φύγουν από το στρατόπεδο. Οι γυναίκες αυτές επιλέγονταν σε ειδικές επιθεωρήσεις κατά παράταξη και εφοδιάζονταν με ροζ ταυτότητες. Οι ταυτότητες αυτές, που προηγουμένως σήμαιναν ότι οι κάτοχοί τους απαλλάσσονταν απ’ τη βαριά καταναγκαστική εργασία, έγιναν τώρα πραγματικά «διαβατήρια θανάτου». Αφού επιλέγονταν, οι γυναίκες μεταφέρονταν στο διπλανό Γιούγκεντλαγκερ για να εξοντωθούν. Φαίνεται από τα αρχεία του στρατοπέδου, με ένα μακάβριο τέχνασμα, πως δήθεν πολλές απ’ αυτές μεταφέρθηκαν στο Μίτελβερντε, ένα αναρρωτήριο στη Σικελία.

Οταν οι γυναίκες παρατάσσονταν για την επιλογή, τις επιθεωρούσε ένας αξιωματικός του στρατοπέδου, συνοδευόμενος από έναν γιατρό που συνήθιζε να κοιτά τα μαλλιά τους για να δει αν ήταν γκρίζα και τα πόδια τους για να δει αν ήταν πρησμένα και στη συνέχεια τις έβαζε να περπατούν για να δει αν είχαν σταθερό βάδισμα.

Για να μην επιλεγούν, οι μεγαλύτερες προσπαθούσαν να σκουρύνουν το χρώμα των μαλλιών τους για να φαίνονται νεότερες. Το μόνο μέσον για να καταφέρουν κάτι τέτοιο, ήταν ο καπνός που έξυναν απ’ τις καμινάδες της κουζίνας. Πρέπει να ήταν πολύ λυπηρό, να βλέπεις στις επιθεωρήσεις επιλογής αυτούς τους ηλικιωμένους σκελετούς να προσπαθούν να μιμηθούν το ανάλαφρο ζωηρό βάδισμα των νεαρών κοριτσιών, για να μην πεθάνουν.

Αρχικά, η εξόντωση όσων δεν μπορούσαν να μεταφερθούν γινόταν διά πυροβολισμού και γι’ αυτό ήρθε στο στρατόπεδο απ’ το Βερολίνο ένας ειδικός στην εκτέλεση ανθρώπων με πυροβολισμό στον αυχένα. Αφού εκτελέστηκαν εκατοντάδες κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο διοικητής αποφάσισε πως αυτή η διαδικασία ήταν πολύ αργή και διέταξε την ανέγερση ενός θαλάμου αερίων. Αυτός ο θάλαμος χτίστηκε πολύ γρήγορα στο Γιούγκεντλαγκερ και στις επόμενες εβδομάδες, πριν την άφιξη των Ρώσων, υπολογίστηκε πως δηλητηριάστηκαν εκεί περίπου 7.000 γυναίκες.

Ο υποδιοικητής Σβαρτσχούμπερ, περιέγραψε την επιχείρηση στο θάλαμο αερίων με τα εξής λόγια:

«Παραβρέθηκα σε μια επιχείρηση θαλάμου αερίων. Εμπαιναν μέσα στο θάλαμο 150 γυναίκες κάθε φορά. Ο επιλοχίας των SS Μολ, διέταζε τις γυναίκες να γδυθούν, τάχα για να τις ξεψειρίσουν. Στη συνέχεια, τις μετέφεραν στο θάλαμο αερίων και κλείδωναν την πόρτα. Ενας άνδρας τρόφιμος σκαρφάλωνε στη στέγη, πέταγε μέσα από ένα παράθυρο ένα δοχείο αερίων και έκλεινε αμέσως. Ακουγε από μέσα βογγητά και κλάματα Μετά από δύο ή τρία λεπτά, τα πάντα ησύχαζαν. Το αν οι γυναίκες ήταν νεκρές ή απλώς αναίσθητες, δεν το γνωρίζω, γιατί δεν ήμουν παρών στην εκκαθάριση του θαλάμου».

Ελάχιστες που έφτασαν στο Γιούγκεντλαγκερ βγήκαν από κει ζωντανές. Μια γυναίκα που τα κατάφερε, ήταν η Μέρι Ο’ Σόγκνεσι, η οποία περιέγραψε τις εκεί συνθήκες όταν κατέθετε στη δίκη των μελών του προσωπικού του στρατοπέδου, στο Δικαστήριο Εγκλημάτων Πολέμου, στο Αμβούργο.

Σύμφωνα με την κατάθεσή της, ήταν ένα μικρό στρατόπεδο που αποτελούνταν από περίπου δέκα παραπήγματα, μικρότερα από εκείνα που βρίσκονταν στο κύριο στρατόπεδο. Οταν έφταναν εκεί, οι γυναίκες αναγκάζονταν να στέκονται όρθιες τρεις και τέσσερις ώρες πριν τακτοποιηθούν στα «δωμάτιά» τους. Τα «δωμάτια» αυτά ήταν απλώς χωριστά τμήματα μέσα σε κάθε παράπηγμα. Δεν υπήρχαν κρεβάτια, αλλά το πάτωμα ήταν γεμάτο με σάκους που περιείχαν άχυρα. Σε κάθε «δωμάτιο» υπήρχε τόσος συνωστισμός που δεν μπορούσα όλες να ξαπλώσουν ταυτόχρονα. Δεν μπορούσαν ούτε να καθίσουν καλά-καλά. Μέχρι τις 5:00΄μ.μ. της επόμενης της άφιξής τους μέρας, δεν μοιράστηκε συσσίτιο και ούτε υπήρχε τίποτα για να πιουν οι κρατούμενες, τις πρώτες 24 ώρες της διαμονής τους στο στρατόπεδο.

Η κυρία Ο’ Σόγκνεσι έμεινε σχεδόν πέντε εβδομάδες στο Γιούγκεντλαγκερ, στη διάρκεια των οποίων το συσσίτιο μειωνόταν, ο αριθμός των «προσκλητηρίων» αυξανόταν και εκατοντάδες γυναίκες επιλέγονταν για δηλητηρίαση. Την περίοδο αυτή, οι επιθεωρήσεις επιλογής ήταν σχεδόν καθημερινές. Σε μια απ’ αυτές υπήρχαν δύο Γαλλιδούλες αδελφές. Τη μία την επέλεξαν για το θάλαμο αερίων. Η αδελφή της αρνήθηκε να την εγκαταλείψει και τελικά πήγαν στο θάνατο πιασμένες χέρι-χέρι.

(Συνεχίζεται)