Ράφενσμπρικ (7)

Ο Μπίντερ ήταν επικεφαλής ενός απ’ τα εργαστήρια και ήταν ένας άντρας απόλυτα κτηνώδης. Ράφτης το επάγγελμα, κατατάχθηκε στα SS ως εθελοντής το 1933 και όπως και ο Σβαρτσχούμπερ, ήταν «απόφοιτος» του Νταχάου. Η εκπαίδευσή του και η εμπειρία του στις μεθόδους των SS τον έβγαλε ασπροπρόσωπο, όσο ασχολούνταν ως αρχιεργάτης στο περιβόητο εργαστήριο ραπτικής στο εργοστασιακό συγκρότημα του Ράφενσμπρικ.

Χτυπούσε και κλωτσούσε τις γυναίκες στο εργαστήριό του και τις βασάνιζε συνεχώς. Κρατούσε πάντα μαστίγιο και το θέαμα των γυναικών που κάθονταν εκεί και έραβαν αιμορραγώντας από τα χτυπήματα που τους είχε καταφέρει, ήταν κάτι συνηθισμένο.

Να τι είπε σχετικά, μια ολλανδή κρατούμενη που δούλευε κάποτε γι’ αυτόν:

«Ο Μπίντερ ήταν πολύ σκληρός και απάνθρωπος με τις γυναίκες που δούλευαν στο εργαστήριό του. Μας χτυπούσε καθημερινά και σταματούσε μόνο όταν αρχίζαμε να αιμορραγούμε. Μια φορά τον είδα να χτυπάει μια Πολωνή, τόσο βάναυσα, που έπρεπε να μεταφερθεί αμέσως στο νοσοκομείο. Δεν την ξαναείδα ποτέ και μου είπαν πως πέθανε. Αν δεν δουλεύαμε αρκετά σκληρά, ώστε να μείνει ευχαριστημένος, μας έπαιρνε τα κομματάκια ψωμί που θα τρώγαμε στην εντεκάωρη βάρδια και μας έβαζε να δουλεύουμε όρθιες για ώρες.

Μερικές φορές χτυπούσε τις γυναίκες με ένα σκαμνί και τον έβλεπα να τις σέρνει απ’ τα μαλλιά για να τις ξυλοκοπήσει. Καθώς ήμασταν πεινασμένες και κουρασμένες, όταν έβλεπε κάποια να γέρνει μπροστά το κεφάλι της, της το έπιανε και το χτυπούσε στο τραπέζι εργασίας. Επίσης, ζητούσε να βγάζουμε τα ρούχα μας και να μένουμε γυμνές, με τη δικαιολογία πως έπρεπε να διασφαλίσει πως δεν κρύβαμε κομμάτια υφάσματος κάτω από τα ρούχα μας».

Μια άλλη κοπέλα απ’ την Πολωνία, που πήγε να δουλέψει στο εργαστήριο του Μπίντερ, είχε μια ανοιχτή πληγή στο χέρι της από έλλειψη βιταμινών. Ο Μπίντερ δεν ήθελε να την ακούει να διαμαρτύρεται και να ζητάει να πάει στο νοσοκομείο. Εσκισε λοιπόν τους επιδέσμους και της είπε: «Εισαι μια χαρά». Το κορίτσι έπεσε κάτω από τον πόνο και, όταν σηκώθηκε, ο Μπίντερ της έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο με όλη του τη δύναμη. Με το χτύπημα, εκείνη ξαναέπεσε και αυτός άρχισε να την κλωτσά σε όλο της το σώμα.

Πολλές γυναίκες είχαν πληγές από τα ψαλίδια που τους πετούσε ο Μπίντερ και άλλες από χτυπήματα στο πρόσωπο με χιτώνια, που είχαν πάνω τους πολλά μεταλλικά κουμπιά. Ηταν υπεύθυνος για τους θανάτους πολλών γυναικών, αφού τις ανάγκαζε να δουλεύουν ακόμη και όταν δεν άντεχαν άλλο, και τις άφηνε γυμνές έξω στη βροχή συχνά για περισσότερο από μια ώρα.

Η Ντοροτέα Μπιντς, ήταν αρχιδεσμοφύλακας με τον βαθμό της Επόπτριας και τη φοβούνταν όλοι.

Η νέα αυτή κοπέλα είχε γεννηθεί το 1920 και, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, ήταν οικιακή βοηθός. Το 1939 είχε ήδη βαρεθεί τα οικιακά και, μέσω ενός φίλου, κατατάχθηκε στα SS ως εθελόντρια. Την 1η Σεπτεμβρίου, όταν ήταν μόλις 19,5 ετών, τοποθετήθηκε στο νεοϊδρυθέν τότε στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ράφενσμπρικ. Την τοποθέτησαν στην κουζίνα του στρατοπέδου, πιθανόν λόγω της προηγούμενης εμπειρίας της.

Σύντομα όμως, έπεισε τους προϊσταμένους της πως ήταν ικανή για σπουδαιότερα πράγματα. Μέσα σε λίγους μήνες προήχθη σε Επόπτρια. Τότε παρέδωσε τη βρόμικη γκρίζα φόρμα της και περιφερόταν αλαζονικά γύρω απ’ το στρατόπεδο, με τις ψηλές μαύρες μπότες της και το μαστίγιο στο χέρι.

Ηταν ένα κτηνώδες και σαδιστικό πλάσμα, που από την πρώτη μέρα έγινε αναπόσπαστο μέρος του συστήματος του στρατοπέδου και βασάνισε χιλιάδες αθώες γυναίκες. Διότι μια γυναίκα μπορεί να γίνει για άλλες γυναίκες πιο κτηνώδης από τους άντρες.

Εδερνε, κλωτσούσε, χτυπούσε όλες τις κρατούμενες καθημερινά, άλλες φορές για πειθαρχικά πταίσματα και άλλες για σαδιστική ευχαρίστηση. Αλλοτε χρησιμοποιούσε μπαστούνι, άλλοτε μαστίγιο ή σκληρή ζώνη και κάποιες φορές, μεταλλικά και μαρμάρινα αντικείμενα από το γραφείο της – γενικά, οτιδήποτε μπορούσε να πιάσει στα χέρια της. Οταν εμφανιζόταν, έτρεμε όλο το στρατόπεδο.

Μια φορά η Μπιντς χτύπησε μια γυναίκα, ώσπου εκείνη έπεσε κάτω και κατόπιν την ποδοπάτησε. Μια άλλη φορά, όταν επισκέφτηκε μια ομάδα εργασίας έξω από το στρατόπεδο, στο δάσος, ξυλοκόπησε μια γυναίκα με αξίνα και συνέχισε να τη χτυπά, ώσπου αυτή πλημμύρισε στο αίμα και έμεινε ακίνητη. Μετά απ’ αυτό, η Μπιντς απλώς ανέβηκε στο ποδήλατό της και γύρισε στο στρατόπεδο.

Εστελνε ανθρώπους στο κτήριο τιμωρίας, για ασήμαντες πειθαρχικές παραβάσεις, ωστόσο αυτό συνέβαινε μόνο όταν επέλεγε να μη χειριστεί μόνη της την περίπτωση, με άγριο ξυλοδαρμό. Επίσης εκτελούσε τις συνοπτικές «επιβραβεύσεις» των 25, 50 ή 75 χτυπημάτων που διέτασσε ο διοικητής.

Οποια αργούσε στην πρωινή αναφορά, την έδερνε ή την έβαζε να στέκεται σε στάση προσοχής για ώρες, χαστουκίζοντάς την όσο στεκόταν όρθια. Αλλά ένα χαστούκι από το χέρι της Μπιντς δεν ήταν απλή υπόθεση, όπως κατέθεσε ένα απ’ τα θύματά της. «Ηταν σαν να σε χτυπούσε μεγαλόσωμος άντρας, γιατί είχε εξασκηθεί καλά σ’ αυτό. Οταν σε χαστούκιζε στο πρόσωπο, το χαστούκι ακουγόταν πολλές σειρές πιο κάτω».

(Συνεχίζεται)