Ράφενσμπρικ 10

Η Κάρμεν Μόρι, που οι Βελγίδες αποκαλούσαν «Τέρας», ήταν μια νεαρή κοπέλα, για την οποία σε κάθε άλλη περίπτωση θα μπορούσε να νιώσει κανείς συμπάθεια. Οσο όμως παρέμεινε στο Ράφενσμπρικ κατέστη προσωπικά υπαίτια για τον θάνατο πολλών συγκρατουμένων της, δηλητηριάζοντάς τες. Ο ακριβής αριθμός τους παρέμεινε άγνωστος. Μας έδωσε όμως πολλές πληροφορίες για το πρόγραμμα εξόντωσης που εφαρμόστηκε στο Ράφενσμπρικ και στο οποίο η ίδια έγινε στη συνέχεια ενεργή συμμέτοχος.

Οταν έφτασε στο Ράφενσμπρικ, την πήγαν στην περιβόητη «Σκηνή για τις Εβραίες». Εκεί μέσα υπήρχαν 2.000 γυναίκες, όλες Εβραίες, από την Ουγγαρία ή την Τσεχοσλοβακία, που είχαν φυλακιστεί προηγουμένως στο Αουσβιτς και μεταφέρθηκαν στο Ράφενσμπρικ, καθώς οι Ρώσοι προήλαυναν στην Πολωνία.

Δεν υπήρχαν εκεί ούτε κρεβάτια, ούτε στρωσίδια, ούτε άχυρα, ούτε σανίδες δαπέδου, παρά μόνο το χωμάτινο δάπεδο. Στα δεξιά της εισόδου της σκηνής, είχε περιφραχτεί μια γωνία, όπου υπήρχαν δέκα παλιά δοχεία των 16 λίτρων, που χρησιμοποιούνταν ως τουαλέτες. Δεν υπήρχε κανένας νιπτήρας. Ο δρ Τράιτε την αποκαλούσε «Σκηνή για γουρούνια».

Στη σκηνή αυτή, υπήρχαν κρατούμενες που υπέφεραν από τύφο και κάθε βράδυ πέθαιναν δυο-τρεις. Ηταν, κατά τα λεγόμενα της φυλακισμένης Σαλβεκουάρτ, σαν να έπρεπε να κοιμηθείς μαζί με πτώματα.

Για λίγες μέρες η Σαλβεκουάρτ ήταν σε καραντίνα, αλλά αργότερα την έβαλαν να δουλέψει μαζί με το εβραϊκό τμήμα, σ’ αυτό που ονομαζόταν «αποθήκη σιτηρών». Οσοι έχουν διαβάσει αντίστοιχα βιβλία, δεν θα εκπλαγούν από τις συνθήκες που δούλευε το εβραϊκό τμήμα. Ο ίδιος ο χαρακτηρισμός της φυλής τους από τους ναζιστές, ήταν αρκετός για να υφίστανται οι Εβραίες τις σκληρότερες και πιο απάνθρωπες συνθήκες σε ολόκληρο το στρατόπεδο.

Οι γυναίκες που εργάζονταν σ’ αυτή την «αποθήκη σιτηρών», έπρεπε να μεταφέρουν εκεί από τον ποταμό Χάβελ, τσουβάλια που ζύγιζαν 50 κιλά το καθένα. Η απόσταση μεταξύ του ποταμού και της αποθήκης ήταν 800 μέτρα ανηφόρα και επιτρεπόταν να μεταφέρουν κάθε τσουβάλι μόνο δυο γυναίκες. Για τα πρώτα δυο-τρία τσουβάλια αυτό ήταν εφικτό, κατόπιν όμως τα δάχτυλα μούδιαζαν από το κρύο. Το κρύο έφτανε μέχρι τα κόκκαλα και δεν μπορούσαν να κρατήσουν γερά τα τσουβάλια. Οπως ήταν φυσικό, τους έπεφταν κάτω και, κάθε φορά που συνέβαινε αυτό, η επόπτρια τις έδερνε.

Η Σαλβεκουάρτ, δούλεψε αρκετό καιρό σ’ αυτό το τμήμα, μέχρι που μαθεύτηκε ότι ήταν επαγγελματίας νοσοκόμα. Ετσι, στις αρχές Φεβρουαρίου 1945, μεταφέρθηκε στο Γιούγκεντλαγκερ.

Οταν έφτασε εκεί η Σαλβεκουάρτ, το στρατόπεδο ήταν ήδη κατάμεστο. Υπήρχαν μόνο πέντε πτέρυγες με παραπήγματα, αν και οι κρατούμενες ήταν χιλιάδες. Στο δήθεν νοσοκομείο, 60 γυναίκες έπασχαν από φυματίωση και σχεδόν δεν υπήρχαν φάρμακα, επειδή οι δύο ανειδίκευτες νοσοκόμες των SS, η Ραπ και η Κόλερ είχαν πουλήσει όλα τα ιατρικά είδη στη μαύρη αγορά.

Μια μέρα μετά την άφιξη της Σαλβεκουάρτ , έφτασαν στο στρατόπεδο 300 γυναίκες μαζί με έναν ονομαστικό κατάλογο με τίτλο «Μεταφορά στο Αναρρωτήριο Μίτελβερντε». Τον ονομαστικό κατάλογο έλεγξαν η Ραπ και η Σαλβεκουάρτ, που είχαν εντολή να γράψουν δίπλα στο όνομα κάθε κρατούμενης την ασθένεια απ’ την οποία έπασχε. Στη συνέχεια οι γυναίκες γδύνονταν και οι δύο υπεύθυνες έγραφαν στο αριστερό τους μπράτσο, με ανεξίτηλο μελάνι, τον αριθμό φυλάκισής τους. Μετά οι κρατούμενες ξαναντύνονταν και περίμεναν στο διάδρομο μέχρι να σουρουπώσει και να φύγουν τα καμιόνια. Τους έλεγαν ότι πρόκειται να απολυμανθούν. Στην πραγματικότητα, πήγαιναν στον πρόσφατα κατασκευασμένο θάλαμο αερίων του Ράφενσμπρικ, ο οποίος βρισκόταν σε πλήρη λειτουργία.

Πολύ σύντομα όμως, η Σαλβεκουάρτ άρχισε να εξοντώνει κρατούμενες μόνη της. Αρχισε να κάνει ενέσεις σε Πολωνές, που στη συνέχεια τις έβλεπε κανείς να κείτονται ανήμπορες στο πάτωμα του μπάνιου, σπαρταρώντας, μουγκρίζοντας και ζητώντας νερό, πριν πεθάνουν.

Χορηγούσε επίσης «λευκή σκόνη» σε πολλές γυναίκες του στρατοπέδου. Το πώς πέθαιναν συνήθως αυτές οι γυναίκες, το αφηγείται κάποια κρατούμενη, ονόματι Οτερλαντ, που βρισκόταν στο Γιούγκεντλάγκερ εκείνη την περίοδο:

«Αφού έπαιρναν αυτή τη «λευκή σκόνη», οι ασθενείς έπεφταν για ύπνο. Ορισμένες που ήταν νεότερες και είχαν ακόμη δυνάμεις, προσπαθούσαν να σηκωθούν, αλλά δεν μπορούσαν να σταθούν όρθιες. Το επόμενο πρωί, οι περισσότερες απ’ όσες είχαν πάρει τη σκόνη, κοιμούνταν ακόμη και ροχάλιζαν. Κοιμούνταν μέχρι το απόγευμα. Οταν το ροχαλητό σταματούσε, οι γυναίκες πέθαιναν».

Η Σαλβεκουάρτ, στο δικαστήριο, αρνήθηκε ότι έκανε θανατηφόρες ενέσεις και ισχυρίστηκε ότι έσωσε εκατοντάδες κρατούμενες απ’ το θάνατο, παραποιώντας τις λίστες θανάτου και γράφοντας το όνομα ορισμένων ως εκτελεσμένων, τρεις και τέσσερις φορές.

Υπήρχαν πράγματι αποδείξεις πως έκανε διακρίσεις μεταξύ των κρατουμένων που θα δηλητηρίαζε και έτσι, κάποιες στενές της φίλες γλίτωσαν από τη θανατηφόρο δόση. Ανέπτυξε φιλία με τις δυο ανειδίκευτες νοσοκόμες των SS με αποτέλεσμα όλες της οι φίλες να στεγάζονται σε ένα τμήμα του «Σταθμού» που είχε τη φήμη πως ήταν πιο άνετο απ’ τα υπόλοιπα.

Ομως, όπως θα δούμε, για κάθε γυναίκα που έσωζε η Σαλβεκουάρτ, πολλές άλλες πέθαιναν απ’ τα χέρια της.

(Συνεχίζεται)