Ο Ναός της

 Χάθηκε σαν φύλλο Φθινοπώρου που μαράθηκε

παρασυρμένο από την πρώτη κρύα βροχή.

Σαν μια μικρή, δειλή, καλόγνωμη θεότητα

που ο Δίας έκαψε με κεραυνό του το Ναό της

γιατί ετόλμησε κι αγάπησε θνητό…

Δεν ήμουν ικανός να ξαναχτίσω το Ναό της.

Βλέπεις, τα χέρια μου, ανθρώπινα, δεν μπόρεσαν

να ρίξουν στέγη μεγαλείου για τον Βωμό της

και να τον φέρω εκεί, απ’ την καρδιά μου,

όπου τον άφησε, πριν φύγει, μη χαθεί.

Άραγε, ξέρουν οι θεοί να μετανιώνουν ;

Άραγε ο Δίας θα κατάλαβε το λάθος

όταν, για χρόνια τώρα, βλέπει τον Βωμό της

να είναι πάντοτ’ ανθοστόλιστος  μ’ Αγάπη

μες την καρδιά μου, που είναι πλέον ο Ναός της ?

**************************************

Είν’αργά

 Χτές τα πουλιά με κάλεσαν κι εγώ ν’ αποδημήσω

για τόπους άλλους, πιο θερμούς, με κρίνα και ζουμπούλια

ίδια μ’ αυτά που μάζευα γι αυτή, να της τα φέρω,

να βλέπω να χαμογελά όταν, μπρός στον καθρέφτη,

στόλιζε τα μαλάκια της, κι ύστερα με ρωτούσε

–«Τώρα ποιός είναι ποιό ’μορφος;

Εγώ για τα λουλούδια»;

Τότε γελούσα κι έλεγα:

–«Ένα λουλούδι βλέπω»…

 Χτές τα πουλιά με κάλεσαν κι εγώ ν΄ αποδημήσω.

Να βρώ καινούρια λούλουδα, μ’ ονόματα καινούρια

και να γυρίσω από ξαρχής την Άνοιξη που θα΄ρθει.

 Αλλά τους είπα:

«Είν’αργά, φτερά πλέον δεν έχω…»

 

Κώστας Μπιζάνος