Γιάννης Αθανασόπουλος

Αρχοντικό περήφανο, το Πεύκο
στην Αυλή.
Για την Αγάπη μίλησέ μου – του ψιθύρισα.
Κι εκείνο, μα μια ανάλαφρη πνοή
με δρόσισε.

Φύλαξέ με απ’ του Καλοκαιριού την κάψα –
το ικέτεψα.
Κι εκείνο, απλώνοντας τα καταπράσινα κλωνάρια του
μ’ έκρυψε στη Σκιά του.
Κι από τα Σπλάχνα του, ολημερίς, να ξεπροβάλλουν
χαριτωμένοι χορευτές με τα τραγούδια τους.
Το μυρωμένο Πεύκο στην Αυλή.
Ωσπου, μια Αυγή, η μαύρη Συμφορά
το σώριασε κατάχαμα.

Πάει, τέλεψε πια του Πεύκου η Ζωή.
Σαν έν’ Αδέρφι ακριβό που χάθηκε
για πάντα.
Αχ, κι η καρδιά μου πώς πλημμύρισ’ από θλίψη.
Κι εκείνο, που κάτι θα κατάλαβε,
έστω κι ανήμπορο, έστω κι ασάλευτο,
να με παρηγορεί μεσ’ απ’ τη Φλόγα
της ψυχής του.
Στάλα-Στάλα, Δάκρυ-Δάκρυ
Η θαλπωρή του
τις παγερές τις Νύχτες
του χειμώνα.