Η Γκεστάπο και τα Ες-Ες ήσαν τα πλέον ανηλεή όργανα που χρησιμοποίησε το καθεστώς των Ναζί στη Γερμανία, με στόχο να εξαλείψει τους πραγματικούς και τους φανταστικούς αντιπάλους του. Αυτές οι οργανώσεις συχνά θεωρούνταν ως όργανα μιας απολυταρχικής τυραννίας, ενώ στην πραγματικότητα η λειτουργία τους ήταν συχνά αυθαίρετη, τυχαία, ακόμη και επιπόλαια. Αυτό υποδηλώνει ότι είναι ενδεδειγμένο να επιχειρήσουμε την επανεξέταση της αποτελεσματικότητας της Γκεστάπο και των Ες-Ες ως οργάνων εξαναγκασμού.

Στην κορυφή του γερμανικού μηχανισμού καταστολής ήταν η Γκεστάπο (Μυστική Κρατική Αστυνομία) που είχε δημιουργήσει ο Γκέρινγκ. Τα εκτελεστικά της όργανα συμπεριλάμβαναν τα Ες-Ες (Φρουροί Ασφαλείας) του Χίμλερ, την ελίτ των μελανοχιτώνων, με άνδρες επιλεγμένους μεταξύ των καλύτερων της ομάδας SA (τάγμα θανάτου ή φαιοχίτωνες, που συνέθεσε ο Ernst Rοhm), όργανο τρόμου ακόμα πιο αποτελεσματικό από τους φαιοχίτωνες του Τάγματος Θανάτου του Rohm. Είχαν το έργο της επιβολής της υποταγής όχι μόνο στους πολιτικούς, τους κυβερνητικούς υπαλλήλους και τους δικαστικούς, αλλά και στο σύνολο του έθνους. Ιδίως οι δικαστές, έπρεπε να συμμορφώνονται με τα νέα Ναζιστικά αποφθέγματα περί του νόμου, όπως: «Το καθήκον του δικαστή δεν είναι να αποδίδει δικαιοσύνη, αλλά να εξοντώνει τους εχθρούς του Εθνικού Σοσιαλισμού». Ο Γκεστάπο, την οποία δημιούργησε ο Γκέρινγκ, πέρασε υπό τον έλεγχο του Χάινριχ Χίμλερ, του αρχηγού των Ες-Ες, και εξελίχθηκε σε παράρτημα της Αστυνομίας ασφαλείας, την οποία διηύθυνε ο δεύτερος στην ιεραρχία των Ες-Ες Ράινχαρτ Χάιντριχ. Δικό τους καθήκον ήταν η διοίκηση των στρατοπέδων συγκεντρώσεως στα οποία αρχικά ματαφέρθηκαν χιλιάδες και στη συνέχεια εκατομμύρια θυμάτων.

Φυσικά δεν ήταν όλοι αυτοί οι «εχθροί του κράτους» αληθινοί αντίπαλοι, αλλά εφόσον δεν απαιτείτο καμία νομική διαδικασία πριν τη φυλάκιση ενός ατόμου, παρά μόνον η υπογραφή ενός αξιωματικού της Γκεστάπο, υπήρξαν πολλές ανωμαλίες στον τρόπο λειτουργίας των στρατοπέδων. Μεταξύ των πολλών κομμουνιστών, συνδικαλιστικών ηγετών και Εβραίων που φυλακίστηκαν, ήσαν επίσης πολλοί επαγγελματίες, όπως γιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, άνθρωποι του τύπου, ειρηνιστές, Μάρτυρες του Ιεχωβά, ιερείς, νομικοί και προσωπικότητες της τέχνης ή του θεάτρου.

Το σύστημα ήταν υπολογισμένο έτσι ώστε να τρομοκρατεί τον πληθυσμό. Ο Χίτλερ, με την υποτιθέμενη αφοσίωσή του στον γερμανικό λαό, στην πραγματικότητα τους περιφρονούσε απόλυτα και ενθάρρυνε την εκμετάλλευσή τους : «Μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε μαζί τους. Θα υποταχθούν σ’εσάς… είναι ασήμαντα ανθρωπάκια, υποταχτικά σαν σκύλοι, και ιδρώνουν από ντροπή όταν τους μιλάτε».

Ομως δεν πρέπει να δοθεί μεγάλη έμφαση στο ειδεχθές σύστημα αστυνόμευσης. Η μέθοδος του τρόμου ήταν σε χρήση και ήταν πάντα εκφοβιστική. Αλλά το σύστημα λειτουργούσε τυχαία και αρκετά αυθαίρετα, και χαρακτηριζόταν τόσο από την ανακολουθία του, όσο και από τη σκληρότητά του. Οι αξιωματικοί της Γκεστάπο, επηρμένοι από την αίσθηση της προσωπικής τους σημαντικότητας, ήσαν ικανοί για τα πιο ηλίθια λάθη, ενώ παρέβλεπαν το πραγματικό πρόβλημα χάριν ενός πταίσματος.

Δεν σώζονται πολλά αρχεία των στρατοπέδων, αφού εκείνοι που ήσαν υπεύθυνοι για τη λειτουργία τους, φρόντισαν να κάψουν τα ενοχοποιητικά στοιχεία στο τέλος του πολέμου, όταν απελευθερώθηκε η χώρα. Ορισμένα γραπτά στοιχεία, ωστόσο, έχουν σωθεί κατά λάθος στα κτήρια όπου οι διαβόητοι Ες-Ες είχαν τα αρχηγεία τους. Μοιάζει απίθανο αυτά τα ευρήματα να έχουν παραποιηθεί ώστε να περικοπούν οι χειρότερες περιπτώσεις, αλλά θα πρέπει να το θεωρήσουμε ως πιθανότητα. Γενικά όμως, αυτά τα αρχεία δείχνουν το αληθινό επίπεδο στο οποίο φαίνεται ότι λειτουργούσε η Γκεστάπο. Φαίνεται ότι ενεργούσε με έναυσμα το τοπικό κουτσομπολιό, ή κακεντρεχείς αναφορές ατόμων που τους άρεσε να αναμειγνύονται σε ξένες υποθέσεις και να δημιουργούν αναστάτωση: όταν, για παράδειγμα, ένα άτομο ζούσε μόνο του, δεν ήταν φιλικό ή δεν έδειχνε τον ανάλογο σεβασμό στη σβάστικα, ντυνόταν στα μαύρα, ή μπορεί να είχε ένα σκύλο, που δεν σταματούσε να γαυγίζει, δηλαδή άνθρωποι που δεν ήσαν δημοφιλείς ή αρεστοί, εκείνοι που δεν συμμορφώνονταν, είτε ήσαν ενδεχομένως λίγο παράξενοι στη συμπεριφορά τους, ξεριζώνονταν και εξολοθρεύονταν – μέθοδος ανάλογη εκείνης με την οποία προσδιόριζαν τις μάγισσες κατά την εποχή του μεσαίωνα. Ως μέθοδος διατήρησης της εσωτερικής ασφάλειας ήταν εξαιρετικά αναξιόπιστη στη λειτουργία της και προσέφερε ανακόλουθα αποτελέσματα. Υπάρχουν και προσωπικές μαρτυρίες από θύματα που κατόρθωσαν να ξεφύγουν από τα νύχια της Γκεστάπο, για την απρόβλεπτη συμπεριφορά των αξιωματικών της, όπως συνέβη στην περίπτωση ενός αξιωματικού που αγαπούσε τη μουσική. Αυτός ο αξιωματικός διετάχθη να συλλάβει και να φυλακίσει μια Εβραία γυναίκα, αλλά αντί να την φυλακίσει την βοήθησε να δραπετεύσει διότι έτυχε αυτή να είναι συγγενής ενός μαέστρου, τον οποίο ο μουσικόφιλος αξιωματικός θαύμαζε πολύ. Σε περιπτώσεις όπως αυτή, φαίνεται ότι η έλλειψη ενός σωστού διοικητικού πλαισίου για τη συμπεριφορά των αξιωματικών, μαζί με την ασάφεια στις ενημερώσεις, συνέβαλε στο αποτέλεσμα της τυχαίας λειτουργίας.

Ενα από τα πιο απαράδεκτα χαρακτηριστικά αυτού του τρόμου, ήταν η εφαρμογή του σύμφωνα με την ακραία αντίληψη του εκάστοτε Γκεσταπίτη που είχε ανηλεείς συνέπειες.

(Πηγή: Ανατρέποντας την Ιστορία, Εντ Ράινερ & Ρον Στάπλεϊ, Εκδ. Ενάλιος)