Οταν το πλήρες μέγεθος του Ολοκαυτώματος δημοσιοποιήθηκε στα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ένα επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε για την υπεράσπιση του γερμανικού λαού ήταν ότι οι αποτρόπαιες λεπτομέρειες ήταν γνωστές μόνο σε έναν περιορισμένο αριθμό ανωτάτων Ναζί, και ότι ο γερμανικός λαός δεν γνώριζε τίποτε για τα όσα συνέβαιναν. Αυτή η εκδοχή των γεγονότων ωστόσο ήταν ένας μύθος που καλλιεργήθηκε μελετημένα από πολλούς Γερμανούς, καθώς αγωνιούσαν να δηλώσουν αθώοι λόγω άγνοιας για τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει οι Ναζί, και ο μύθος εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως αλήθεια, ακόμη και στις μέρες μας.

Οταν οι Σύμμαχοι πήραν Γερμανούς πολίτες για να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τα απελευθερωμένα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, οι περισσότεροι ξαφνιάστηκαν και συγκλονίστηκαν. Μερικοί κατέρρευσαν με όσα είδαν. Αλλά μόνο λίγοι Γερμανοί ζούσαν αρκετά κοντά στα στρατόπεδα του θανάτου, ώστε να έχουν προσωπική αντίληψη. Πάντως, τα στρατόπεδα κινηματογραφήθηκαν και παρουσιάστηκαν σε όλες τις κινηματογραφικές οθόνες της Γερμανίας. Η κλασική αντίδραση των ανθρώπων που είχαν υποστεί πλύση εγκεφάλου από τον Ναζισμό επί δώδεκα χρόνια, ήταν ότι τα φιλμ των στρατοπέδων συγκεντρώσεως ήταν Συμμαχική προπαγάνδα.

Αλλά ο γερμανικός λαός γνώριζε για τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως από την αρχή. Τα πρώτα απ’ αυτά δημιουργήθηκαν στη Γερμανία το 1933 και δεν έγινε καμία προσπάθεια να κρατηθεί μυστική η ύπαρξή τους. Χρησιμοποιήθηκαν Γερμανοί πολίτες ως υπάλληλοι, γερμανικές εταιρείες παρείχαν τρόφιμα και υπηρεσίες, και ορισμένες απ’ αυτές βρίσκονταν κοντά στα κύρια γερμανικά αστικά κέντρα. Η Νύχτα των Μακριών Μαχαιριών (1934) είχε κάνει τον γερμανικό λαό να συνηθίσει τις πολιτικές δολοφονίες των Ναζί και θα πρέπει να ήταν ευρέως γνωστό ότι τα φρικτά βασανιστήρια ή ο θάνατος σε θαλάμους αερίων ήταν κοινοτοπία σ’ αυτά τα στρατόπεδα. Οι κανονισμοί των στρατοπέδων, που δεν αποτελούσαν μυστικά έγγραφα, απαιτούσαν την ποινή του θανάτου, ακόμα και για τα πιο απλά παραπτώματα.

Με τα στρατόπεδα εξολόθρευσης που είχαν δημιουργηθεί για να εφαρμόζουν την «Τελική Λύση», ήταν πολύ διαφορετικά. Ολα αυτά βρίσκονταν εκτός των προπολεμικών Γερμανικών συνόρων : Το Αουσβιτς και η Τρεμπλίνκα ήσαν τα πλέον διαβόητα, και οι Ναζί δεν επιθυμούσαν να δημοσιοποιήσουν τον απαίσιο σκοπό τους. Παρ’ όλα ταύτα, η γνώση του τι συνέβαινε σ’ αυτά τα στρατόπεδα είχε φτάσει σε πολύ περισσότερους ανθρώπους, από τους λίγους ανώτατους Ναζί. Οι περισσότεροι από τους SS γνώριζαν, και αυτοί έπαιρναν άδεια και γύριζαν στα σπίτια τους. Αποκλείεται κάποιοι να μην είχαν μιλήσει στις οικογένειές τους για τα όσα είχαν δει. Γερμανικές εταιρείες όπως η IG Farben που είχε συνθέσει το Zyklon B για τους θαλάμους αερίων, θα πρέπει να γνώριζαν σχετικά με τη χρήση για την οποία προοριζόταν, πράγμα που θα ίσχυε για πολλούς, αν όχι για όλους τους υπαλλήλους τους. Οι γερμανικές τράπεζες δε θα μπορούσαν να αγνοούν την προέλευση όλων των χρυσών δοντιών που δέχονταν. Πολλές μικρότερες γερμανικές επιχειρήσεις ήσαν αναμεμειγμένες στα στρατόπεδα και θα γνώριζαν την κατάσταση που επικρατούσε εκεί. Πολλοί ιατροί και νοσηλευτές θα είχαν κάποια ιδέα περί της συμμετοχής των συναδέλφων τους στην «έρευνα» που διεξαγόταν στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Και αν οι περισσότεροι Γερμανοί δεν είχαν συγγενείς ή φίλους με άμεση γνώση των στρατοπέδων, θα πρέπει – αν μη τι άλλο – να αναρωτιούνταν για τα τρένα, τα φορτωμένα με ανθρώπινο «εμπόρευμα», σε οικτρή κατάσταση, που περνούσαν αδιάκοπα πηγαίνοντας ανατολικά. Πίστευαν πραγματικά ότι οι άνθρωποι σ’ αυτή τη φρικτή κατάσταση, όδευαν προς τα στρατόπεδα εργασίας;

Αναμφίβολα, ορισμένοι Γερμανοί, ιδίως όσοι ζούσαν στην επαρχία και μακριά από τις κύριες γραμμές των τρένων, μπορεί να μη γνώριζαν την ύπαρξη των στρατοπέδων των βασανισμών και του θανάτου. Μερικοί Γερμανοί όμως, μια σημαντική μειοψηφία, θα είχε άμεση γνώση αυτών των στρατοπέδων και των όσων φρικιαστικών πράξεων διαδραματίζονταν μέσα σ’ αυτά. Η πλειοψηφία θα είχε ακούσει φήμες ποικίλης εγκυρότητας. Μπορεί να τις απέρριπταν αν δεν είχαν απτές αποδείξεις. Αλλά εάν ακούγονταν αληθείς, ήταν καλύτερα να κρατήσουν τη σιωπή τους παρά να συγκρουστούν με την Γκεστάπο. Ετσι κι αλλιώς η αίσθηση του γερμανικού λαού περί ηθικής είχε αμβλυνθεί εξαιτίας των χρόνων της ναζιστικής προπαγάνδας.

Ο γερμανικός λαός στο σύνολό του γνώριζε σχετικά με τα πρώτα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, αλλά πάνω απ’ όλα δεν διέθετε σοβαρή πληροφόρηση σχετικά με τα στρατόπεδα εξολόθρευσης, ενώ στερείτο της ηθικής θέλησης ή του πολιτικού τρόπου να κάνει οτιδήποτε, σε περίπτωση που ήξερε.

(Πηγή: Ανατρέποντας την Ιστορία, Ε. Ράινερ και Ρ. Στάπλεϊ, Εκδ. Ενάλιος)