Ο Γουάιατ Ερπ, ο άνθρωπος που επέβαλε το νόμο στις Κεντροδυτικές Πολιτείες, έχει γίνει ένας ξακουστός θρύλος για τον Αμερικανικό λαό. Υπάρχει αλήθεια πίσω απ’ την ιστορία του;

Γεννημένος το 1849, ο Ερπ απέκτησε φήμη ως Αστυνόμος των πόλεων Ντότζ (Dodge) και Τούμστοουν (Tombstone), των οποίων τους δρόμους κατέστησε ασφαλείς για τους κατοίκους, χάρη στην ανηλεή δίωξη των κακούργων και στην πίστη του στην εφαρμογή του νόμου. Ενας δικηγόρος της πόλης Τούμστοουν έγραψε: «Η διαγωγή του ως αξιωματικός της τάξης, είναι υπεράνω κριτικής. Υπήρξε ήσυχος, αλλά εντελώς ατρόμητος, στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Συνήθως κυκλοφορούσε με το πουκάμισο, χωρίς πανωφόρι και χωρίς εμφανή οπλισμό».

Λένε ότι ήταν ένας αδύνατος, αθλητικός άντρας, σκυθρωπός και αγέλαστος, με καμπυλωτό μουστάκι και μια βαθιά, βραχνή φωνή που έκαμπτε την αντίσταση των ακροατών του. Από όλες τις ιστορίες της Αγριας Δύσης, η δική του είναι μάλλον η πλέον γνωστή και διαδεδομένη. Εγινε θέμα πολυάριθμων Χολλυγουντιανών επικών ταινιών, με πιο γνωστή, την κλασική ταινία του Τζον Στέρτζες «Πιστολίδι στο Οκέι Κοράλ (Gunfight at the OK Coral), με πρωταγωνιστή τον Μπαρτ Λάνκαστερ.

Ο Ερπ δεν διορίστηκε ποτέ αστυνόμος του πουθενά και μάλλον δεν θα είχε διοριστεί ποτέ Σερίφης. Το να διατηρεί την τάξη ως βοηθός Σερίφη, θα του ήταν πιο εύκολο, καθώς θα ήταν μια δραστηριότητα μερικής απασχόλησης, που δεν θα παρεμβαλλόταν στα επαγγελματικά ενδιαφέροντα του Ερπ ως ιδιοκτήτη σαλούν. Φαίνεται ότι προτιμούσε το παγωτό από το ποτό. Συμμετείχε μόνο σε δύο μάχες με ανταλλαγή πυρών, από τις οποίες η πιο γνωστή ήταν εναντίον των αδελφών Κλάντον και Οκέι Κοράλ και διήρκεσε λιγότερο από τριάντα δευτερόλεπτα. Οι δεξιότητές του ως πιστολά περιορίζονταν στον εκφοβισμό, ή στο να χτυπά με τη λαβή του πιστολιού του τους ταραξίες γελαδάρηδες μέσα στο σαλούν του. Εάν, όπως λέει ο θρύλος, είχε στην κατοχή του ένα Μπάντλαϊν Σπέσιαλ (Buntline Special), μεγάλου διαμετρήματος, κατά πάσα πιθανότητα το είχε σαν αξεσουάρ παρά σαν όπλο. Λέγεται ότι ήταν αδέξιος στο τράβηγμα του όπλου. Μάλιστα, κάποια φορά, η ζώνη του όπλου του γλίστρησε προς τα κάτω «αιχμαλωτίζοντας» τα πόδια του και εμποδίζοντάς τον να ανέβει στο άλογό του.

Το γεγονός ότι έχουμε τόσο αντικρουόμενες πληροφορίες για τον Γουάιατ Ερπ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις ανακολουθίες της ιστορίας που πλέχτηκε για το άτομό του, κυρίως από τον ίδιο, αλλά εν μέρει και από τη ρομαντική φαντασία της γυναίκας του, της Σέιντι. Η αλήθεια είναι ότι, στην πραγματικότητα, ο Ερπ ήταν βασικά ένας σκαπανέας αγρότης που, αυτό που τον απασχολούσε ήταν να αρπάξει γη από τους Ινδιάνους, στη συνέχεια έγινε κυνηγός βουβάλων, αργότερα εργάτης σιδηροδρόμων και τέλος, επιχειρηματίας.

Δεν ήταν στόχος του το ξεκαθάρισμα της πόλης Τούμπστοουν, αλλά το να συγκεντρώσει μερίσματα σε ορυχεία και κτηματική περιουσία. Με μερίδιο ένα πέμπτο στην εκμετάλλευση του τζόγου ενός σαλούν, προήδρευε στα κατακάθια της κοινωνίας και ήταν προσεκτικός, ώστε η ενασχόλησή του με τη διατήρηση της τάξης να μην μπλέκει με τη ροή των κερδών του. Οσο για το «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» στη μέση του δρόμου, μεταξύ των εκπροσώπων του νόμου και των παρανόμων, αυτό είχε αποδοκιμασθεί από τους Ουέστερνς – κατοίκους του Φαρ Ουέστ – από πολύ νωρίς, το 1880.

Ο Ερπ είναι στιγματισμένος ως δολοφόνος, από ορισμένους παλιούς κατοίκους της Αριζόνας, ακόμα και σήμερα, για το ότι σκότωσε σε ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών έναν καουμπόι, και αργότερα επειδή εκδικήθηκε σκοτώνοντας τους δολοφόνους του μικρότερου αδελφού του, του Μόργκαν. Αυτοί οι επικριτές έχουν πει γι’ αυτόν ότι ήταν «κάτι λίγο παραπάνω από έναν χαρτοπαίκτη παράνομο, που ενεργούσε υπό την προστασία ενός κάλπικου (αστυνομικού) σήματος».

Ενα πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι γιατί οι Αμερικανοί, εδώ και τόσα χρόνια, φαίνεται να έχουν την ανάγκη αυτό το εξιδανικευμένης ηθικής πρόσωπο να αποτελεί σύμβολο της κουλτούρας τους. Τα διηγήματα και οι ταινίες για την Αγρια Δύση, σε όλη τη διάρκεια αυτού του αιώνα, προωθούν την ιδέα της καλοσύνης και της αλήθειας, που στο τέλος υπερνικά την ατιμία και την παλιανθρωπιά. Ομως, αυτή η εικόνα ενός ιππότη πάνω σε ένα λευκό άλογο που εφορμά εξαφανίζοντας το κακό, στην πραγματικότητα συγκαλύπτει την εξολόθρευση των αυτόχθονων πληθυσμών και την κλοπή της γης τους. Συνεπώς, από μια πλευρά αποτελεί ένα καταπραϋντικό υποκατάστατο. Η προέλευσή του ερμηνεύεται από την έλξη που ασκεί το άγνωστο και από τη δοκιμασία του ανδρισμού που εμπεριέχει το κάλεσμα «Πήγαινε δυτικά, νεαρέ μου!». Είναι αναμεμιγμένο με την περιπέτεια του ταξιδιού με αμαξοστοιχία, με προορισμό το χτίσιμο μιας νέας ζωής. Επίσης αποτελεί ένδειξη αυτής της εμμονής στον νου ανδρών απλοϊκής πουριτανικής πίστης, με τον σαφή, απλό διαχωρισμό ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Εχει μια αναλογία με τον θρύλο του Ρομπέν των Δασών και τους Εύθυμους Ανδρες του εναντίον του Σερίφη του Νότινγχαμ. Για όσους χρειάζονται την καθοδήγηση ενός ηθικού παραδείγματος, είναι μια πολιτιστική εικόνα που ενδεχομένως να έχει την αξία της.

(Πηγή: ΑΝΑΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, Εντ Ράινερ & Ρον Στάπλεϊ, Εκδ. Ενάλιος)