Κυρά της Πίνδου,

Πολλά σου χρωστάει το Γένος! Πολλά κι εμείς που, παιδόπουλα τότε, μαθαίναμε τα κατορθώματά σου και βουρκώναμε. Και καθώς ήταν λίγα τα γράμματά μας και μεγάλος ο καημός και η περηφάνια μας για την Πατρίδα, λέγαμε πως ήσουν η μάνα η Σπαρτιάτισσα για η Τζαβέλλαινα, για κάποια απ’ τις μεγάλες γυναίκες που έκαμαν την Ιστορία θρύλο και τον θρύλο ζωή.

Κυρά της Πίνδου,

Οι καιροί μας είναι δύσκολοι και οι μέρες μας πικρές και φορτωμένες αμφιβολίες και άγχη. Δεν ξέρουμε ποιοι είναι οι δρόμοι μας, δεν ξέρουμε ποιοι είναι οι σκοποί μας. Δεν είμαστε πια τα παιδόπουλα τα φορτωμένα όνειρα, που τα φλόγιζαν οι μεγάλες ιδέες και τα μεγάλα ιδανικά. Είμαστε οι κουρασμένοι άνθρωποι που κουβαλάμε μέσα μας πολλά ερωτηματικά και πολλές αγωνίες. Σε κάθε μας βήμα σκοντάφτουμε σ’ ένα «γιατί». Και τα «γιατί» ορθώνουν χαλύβδινο τείχος μέσα μας και γύρω μας που, όσο κι αν αγωνιζόμαστε, δεν μπορούμε να το ξεπεράσουμε.

Γιατί τόσες προδοσίες;  Γιατί τόσες διαψεύσεις;  Γιατί τόσες αρνήσεις;

Κυρά της Πίνδου,

Κανείς δεν βρίσκεται να μας αποκριθεί κι εμείς οδοιπορούμε στη μοναξιά, στη σιωπή και στις αμφιβολίες μας. Ομως…

Ομως, σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές έρχεσαι εσύ κοντά μας. Κινάς από τον θρύλο  σου κι έτσι καθώς σε ξέραμε και σ’ αγαπήσαμε στα παιδικά μας χρόνια, λιγνή σαν καλάμι, αλλά με μάτια γεμάτα φως και πίστη μάς δείχνεις ότι ο μεγάλος δρόμος του Γένους δεν σταματά ποτέ και πουθενά. Οτι όσο υπάρχουν πίστεις και ιδανικά θα υπάρχουν γενναίοι που θ’ αγωνίζονται γι αυτά, έστω κι αν οι λέξεις έχουν χάσει στην εποχή μας το βαθύτερο νόημά τους.

Κυρά της Πίνδου,

Οπως κι αν λέγεσαι, όποια κι αν είσαι, όποιο κι αν είναι το χωριό που κίνησες με τη φωτιά και τη μέθη σου για να σταθείς κοντά στους λεβέντες του Γένους, τώρα σε χρειαζόμαστε περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Τώρα ο αγώνας σου πρέπει να γίνει ο δικός μας αγώνας.

Τώρα η πίστη σου πρέπει να γίνει δική μας πίστη.

Τώρα το φως σου πρέπει να γίνει δικό μας φως… Κι η Αντίστασή σου, δική μας Αντίσταση.

Κυρά της Πίνδου,

Το Γένος σε γυρεύει πάλι. Κι είμαστε σίγουροι πως θα κινήσεις απ’ το χωριό σου και θα πεις μ’ όλο το απλό μεγαλείο σου:

-Εδώ είμαι!

Και σ’ αυτό τον λόγο θα αποκριθούμε με τη σειρά μας:

-Κι εμείς κοντά σου! Τώρα και για πάντα!»…

Ολες οι γυναίκες

Ετσι ή κάπως έτσι θα σχεδίαζα ένα γράμμα στην τρισελεύθερη «Κυρά της Πίνδου», στην ανώνυμη ηρωίδα που «κοιμήθηκε» σε κάποια απάτητη βουνοκορφή ή ζει ακόμα σε κάποιο χωριό της Ηπείρου, άγνωστη ανάμεσα σε αγνώστους. Ομως η «Κυρά της Πίνδου» δεν ήταν η εξαίρεση. Ομοια μ’ αυτήν ήταν κι όλες οι γυναίκες του Επους του ’40, που απλά κι ανώνυμα συνέχισαν το μεγάλο Χρέος.

-Και τι κάναμε; Πηγαίναμε να δούμε τα παιδιά μας που πολεμούσαν… Ολες οι μανάδες το ίδιο θάκαμαν…

Την κοίταξα και το μάτι μου γέμισε θάμπος… Μια άλλη «Κυρά της Πίνδου».

-Πώς σε λένε, γερόντισσα;

-Χρυσάνθη Απέργη. Στα νιάτα μου ήμουνα δασκάλα!

Τότε στην Ηπειρο

Ο διάλογος πριν από  λίγα χρόνια στην Ηπειρο, στο ακριτικό Καλπάκι. Τριγυρνούσα τότε από χωριό σε χωριό στο Ζαγόρι για να προλάβω να καταγράψω  από προσωπικές μαρτυρίες το απλό και ατραγούδιστο έπος των γυναικών της Πίνδου, που ζούσαν ακόμη και μπορούσαν να ξετυλίγουν μνήμες και εικόνες.

Κοντά στο Τσελέποδο, σε ένα από τα πιο απροσκύνητα χωρά του Ζαγοριού, συνάντησα τη γερόντισσα. Είχε διπλωθεί, τυλιγμένη σε ένα μαύρο μαντήλι, στο κατώφλι ενός απλού σπιτικού κι είχε γύρω της συνάξει παιδόπουλα του χωριού να τους μοιράσει φρέσκα καρύδια και παραμύθια.

Καλός φίλος από κείνα τα μέρη μού είχε μιλήσει για τη γερόντισσα και μου είπε πως ήταν ανάμεσα στις ανώνυμες ηρωίδες της Πίνδου, που ζαλώθηκαν τρόφιμα και πολεμοφόδια, ντύθηκαν με την πίστη και την αγάπη τους και σκαρφάλωσαν σε κακοτράχαλους βράχους και σ’ απάτητες χαράδρες. Τη ζύγωσα, λοιπόν, της μίλησα και την παρακάλεσα να μου ιστορήσει. Να μου αφηγηθεί ό,τι θυμόταν. Να μου μιλήσει για τον εαυτό της και για τις άλλες γυναίκες της Πίνδου.

Με κοίταξε με έκπληξη. Με απορία. Σαν να της γύρευα κάτι αδιανόητο για τη δική της καρδιά και το δικό της μυαλό. Και μου αποκρίθηκε απλά, με ένα εσωτερικό μεγαλείο που  μόνο οι πραγματικά μεγάλοι κλείνουν στην καρδιά τους:

-Και τι κάναμε;  Πηγαίναμε να δούμε τα παιδιά μας που πολεμούσαν. Ολες οι μανάδες το ίδιο θα κάμανε!

-Είχες παιδί στο μέτωπο; Τη ρώτησα.

Σώπασε λίγο, τύλιξε τη μαύρη μαντήλα καλύτερα στο γερασμένο κεφάλι κι αποκρίθηκε με την ίδια απλή μεγαλοσύνη:

Οχι. Μα όλα εκείνα τα παλικάρια που πολεμούσαν στα χιονισμένα βουνά ήταν παιδιά όλων μας. Και δικά μου παιδιά.

Τίποτε άλλο. Σε αυτή τη μεστή φράση έκλεινε το ύψιστο νόημα εκείνης της ανεπανάληπτης ώρας της νεότερης ιστορίας του Γένους.

Δεν  μίλησε άλλο γι αυτό το θέμα. Δεν ήθελε να μιλήσει. Και, σ’ αυτή τη σιωπή που κλείνει τόσες προεκτάσεις, βρίσκεται το μυστικό του Επους. Το μεγάλο μυστικό της Ρωμιοσύνης.

 

Νέστορας Μάτσας

(Συνεχίζεται…)