Στην τεράστια, φιλόξενη αυλή μας η μητέρα μου ετοιμαζόταν ήδη να σερβίρει το αγαπημένο μου παστίτσιο. Συνδαιτημόνες κάποιοι ελάχιστοι συγγενείς από το σόι του πατέρα μου. Ολα θύμιζαν τα παλιά, ανέμελα, χαρούμενα παιδικά μου χρόνια. Τίποτε δυσάρεστο ή δυσοίωνο δεν φαινόταν στον ανέφελο ορίζοντα. Βρισκόμουν σε συνθήκες πλήρους ασφάλειας-το ψυχοφθόρο άγχος είχε εντελώς εξαφανιστεί και στον συναισθηματικό μου κόσμο επικρατούσε μια αδιατάραχτη γαλήνη. Ακόμα και σήμερα, 30 χρόνια αργότερα, δεν μπορώ να ξεχάσω το ήσυχο γεύμα που απόλαυσα κάποιο καλοκαιρινό μεσημέρι με αγαπημένους μου ανθρώπους. Μέσα στη θαλπωρή, η ζεστή μέρα δεν με ενοχλούσε στο ελάχιστο…

Η Χριστίνα επέστρεψε κι αυτή στο Δερβένι για να συνεχίσει τις διακοπές της και το… πορτοφόλι του πατέρα μου μας επέτρεψε να επισκεφθούμε την όμορφη κωμόπολη ακόμη μια φορά προς το τέλος Αυγούστου. Θυμάμαι πως ετοιμαζόμασταν για μια μακρινή εκδρομή στην παραλία της Καλογριάς, όταν ένιωσα-σαν τσίμπημα-μια σύντομη ενόχληση στον ψυχικό μου κόσμο. Το άγχος, η κατάθλιψη και η ανασφάλεια είχαν αρχίσει και πάλι να φουντώνουν. Εγώ, με τέτοια εμπειρία πια στα ψυχολογικά προβλήματα, δεν χρειάστηκαν παρά λίγα λεπτά για να το εξακριβώσω…

Η επόμενη σκηνή που θυμάμαι είναι να κάθομαι με τη Χριστίνα σε μια παραλία της Ακράτας με βότσαλα και να ξεσπάω σε λυγμούς, δείχνοντάς της μερικές φωτογραφίες. «Μη στεναχωριέσαι, Ρένο» μου είπε και με αγκάλιασε. Τώρα οι λυγμοί είχαν μετατραπεί σε κανονικά κλάματα που με δυσκολία κατόρθωνα να συγκρατήσω πριν ποτίσουν τις πετρούλες. Αγκαλιαστήκαμε εκείνη τη μέρα και μείναμε έτσι για πολλή ώρα, με τη Χριστίνα να προσπαθεί να μου δώσει το αναγκαίο κουράγιο. Ποτέ δεν είχε κρατήσει το Σκοτάδι τόσο καιρό. Με επισκέφθηκε το 1984 και το 1986 προηγουμένως αλλά τελείωσε και τις δύο φορές με τη λήξη του καλοκαιριού. Τώρα, από τον Μάιο και μετά δεν με άφησε σε χλωρό κλαρί. Σαν τις ιώσεις, αυτή η δυσάρεστη ψυχολογική κατάσταση που ονόμαζα παλιότερα «κρίση» στο τέλος Αυγούστου υποχωρούσε. Εφιάλτες με κατέτρεχαν: Μήπως θα περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου έτσι; Κι αν το Σκοτάδι δεν αποχωρήσει ποτέ; Με αυτές τις κατάμαυρες σκέψεις επέστρεψα στην Αθήνα και προσπάθησα να συγκεντρωθώ στην εξεταστική Σεπτεμβρίου στο Πανεπιστήμιο. Τζάμπα κόπος… Με το που επιχείρησα να ανοίξω ένα βιβλίο με σκεπάσανε οι θλιβερές σκέψεις και η συγκέντρωση πήγε περίπατο. Ηταν ολοφάνερο πως τα δυσβάσταχτα ψυχολογικά μου προβλήματα δεν θα μου επέτρεπαν να δώσω εξετάσεις εκείνο τον αλησμόνητο Σεπτέμβριο.

Το φθινόπωρο προχωρούσε, έφθασε ο Οκτώβριος και η καυτή λάβα που κατέκαιγε την ψυχή μου συνέχιζε το… θεάρεστο έργο της. Ενα χέρι βοηθείας δεν μου δόθηκε από κανέναν αλλά δεν παρεξηγώ τον στενό μου κύκλο: Με ποιον, στ’ αλήθεια, τρόπο να σε συνδράμει ο άλλος όταν δεν αντιλαμβάνεται την ουσία του προβλήματος; Οταν δεν καταλαβαίνει τι σε βασανίζει; Οταν δεν γνωρίζει τους προσωπικούς δαίμονές σου;

Το ημερολόγιο έδειχνε πλέον Νοέμβριο. Ετυχε να πανηγυρίσω μια ευρωπαϊκή, ανέλπιστη νίκη της αγαπημένης μου ομάδας της οποίας ήμουν αφοσιωμένος οπαδός από παιδάκι. Το ίδιο βράδυ, ευτυχισμένος από τον θρίαμβο, ένιωσα την αυτοπεποίθησή μου να επανέρχεται. Αισθάνθηκα πως θα μπορούσα να νικήσω τις παράξενες φοβίες μου. Αντιλήφθηκα πως ο βασανιστικός άλλος εαυτός μου εξαφανιζόταν και δεν είχε πια δυνάμεις να με χτυπήσει. Καταλάβαινα πως η λύτρωση ήταν κοντά. Αυτό το Σκοτάδι που με ταλαιπώρησε έξι ολόκληρους μήνες υποχωρούσε. Ο Ρένος νικούσε. Σε μια μονάχα μέρα ένιωσα όσα συναισθήματα δεν είχα νιώσει μήνες ολόκληρους. Και όλα ευχάριστα. Ο μουντός καιρός έδωσε τη θέση του σε μια ηλιόλουστη, ελπιδοφόρα μέρα. Και πλησιάζοντας οι γιορτές ο τρομαγμένος Ρένος δεν υπήρχε πια πουθενά. Τον αντικατέστησε η ηρεμία, η ασφάλεια, η αυτοεκτίμηση. Γνώριζα πως τα προβλήματα δεν θα λυνόντουσαν σε λίγες μέρες αλλά η αισιόδοξη αρχή είχε γίνει. «Ρένο, τώρα μπορείς πλέον να απαλλαγείς από το Σκοτάδι» σκέφθηκα. «Και είναι στο χέρι σου να μην ξανάρθει ποτέ πάλι…».

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ