Οι μέρες των καλοκαιρινών διακοπών στο Δερβένι κύλησαν γρήγορα χωρίς να σημειωθεί καμιά θεαματική βελτίωση στην τραγική ψυχολογική μου κατάσταση. Αλλωστε μάλλον θύμιζαν… οικογενειακό παραθερισμό, αφού το πρωί και το απόγευμα πηγαίναμε για μπάνιο σε μια παραλία του Δερβενίου (κάτω από τα παραλιακά σπίτια), τρώγαμε το μεσημέρι και το βράδυ πηγαίναμε μια σύντομη βόλτα στην κοντινή Ακράτα, δίχως ποτέ να ξενυχτήσουμε. Εγώ απλώς μέτραγα τις μέρες να γυρίσουμε πίσω στην Αθήνα, ελπίζοντας, μέσα στην απελπισία μου, ότι ίσως έτσι καμφθούν έστω και λίγο τα σοβαρά ψυχολογικά μου προβλήματα…

Αλλά εκείνο το αξέχαστο καλοκαίρι ο εαυτός μου είχε βαλθεί να μου προσφέρει τις χειρότερες αναμνήσεις: Βρέθηκα ξανά στο Δερβένι στο τέλος Ιουλίου-για τρία βράδια αυτή τη φορά, προσδοκώντας πάντοτε στην ελπίδα που δεν ερχόταν. Ούτε ένα σημάδι δεν έδειχνε πως θα μπορούσε κάτι να βελτιώσει αυτή την κατάσταση και να γλιτώσω την ασύλληπτη ταλαιπωρία…

Μέσα σε όλα αυτά υπήρχε κάπου λησμονημένος ένας προγραμματισμός για διακοπές στις Σπέτσες-αυτό το νησί με κυνηγάει, δεν γίνεται αλλιώς. Είχαμε προετοιμαστεί τρία ζευγάρια να επισκεφθούμε εκ νέου το νησί που μου είχε βάλει τόσο δύσκολα την τελευταία φορά γύρω στις αρχές Αυγούστου. Και όσο ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα και πλησίαζαν οι μέρες των αληθινών διακοπών, η ψυχολογική κατάσταση με έφθανε πλέον στα όριά μου. Είχα αρχίσει να σκέφτομαι πώς θα ήταν δυνατό να πάω διακοπές σε ένα σχετικά άγνωστο μέρος με τόσα συσσωρευμένα ψυχολογικά προβλήματα. Πώς θα είχα εκεί μια φυσιολογική ζωή με τέτοιους δυσβάστακτους φόβους και φοβίες; Και άραγε θα μπορούσα αυτή τη φορά να κρυφτώ από τους υπόλοιπους;

Την προπαραμονή της αναχώρησής μας η Χριστίνα επέστρεψε από το Δερβένι κι εγώ πήγα στο σπιτικό της να τη συναντήσω. Πήγαμε για ψώνια στο σούπερ-μάρκετ, είδαμε έναν φιλικό ποδοσφαιρικό αγώνα, τακτοποιούσαμε όσες εκκρεμότητες είχαν μείνει κι έτσι ήλθε το τελευταίο βράδυ πριν φύγουμε. Λουσμένος στον ιδρώτα, θέλοντας να φωνάξω βοήθεια από τα βάθη της ψυχής μου, στριφογύριζα στο μουσκεμένο μαξιλάρι μου και αναρωτιόμουν πώς θα περάσει εκείνη η ατέλειωτη νύχτα. Ξαφνικά κατάλαβα πως η αδερφή της Χριστίνας είχε πέσει από το δικό της κρεβάτι, ενώ ταυτόχρονα άκουγα έναν δυσοίωνο υπόκωφο θόρυβο… Η κοπέλα είχε σχεδόν λιποθυμήσει και χτύπαγε το ξύλο του κρεβατιού πριν χάσει εντελώς τις αισθήσεις της. Πάντοτε θυμάμαι την αδερφή της Χριστίνας στην περίοδό της να συνοδεύεται από άσχημους πόνους και διάφορα άλλα συμπτώματα, αλλά θεώρησα πως εκείνο το βράδυ το ασθενοφόρο που μας παρέλαβε όλους σήμαινε τη λύτρωση από τον βραχνά των ψυχαναγκαστικών διακοπών…

Ελάχιστα πράγματα θυμάμαι από εκείνο το βράδυ στο νοσοκομείο. Περιποιήθηκαν την αδερφή της κι εγώ βρέθηκα ξαπλωμένος σε ένα διπλανό κρεβάτι, ασυμπτωματικός όσον αφορούσε την υγεία μου αλλά πολύ πιεσμένος ψυχολογικά. Η νοσηλεύτρια με «απείλησε» πως θα μου κάνει ηρεμιστική ένεση αν δεν σταματούσα ένα τρέμουλο στα χέρια μου, οι γονείς μου ήρθαν μέσα στην απόγνωση για το τι θα συναντήσουν (αλλά ευτυχώς με βρήκαν… όρθιο), επιστρέψαμε στο σπίτι της Χριστίνας, όπου και της ξεκαθάρισα πως δεν επρόκειτο να ταξιδέψω την επόμενη μέρα όπως και έγινε. Οι υπόλοιποι της παρέας φύγανε κι εγώ στο πατρικό μου έπρεπε να πάρω μια απόφαση σχετικά με το αν θα έμπαινα στο δελφίνι την άλλη μέρα για να φύγουμε. Με όση δύναμη μου είχε απομείνει, πήρα τη μεγάλη απόφαση: Ναι, θα φεύγαμε επιτέλους για τις… πολυπόθητες διακοπές.

Δεν έχει νομίζω και τόση σημασία πώς περάσαμε, πού φάγαμε και πού κάναμε μπάνιο, άλλωστε ούτε ο ίδιος τα θυμάμαι. Αλλά πέτυχα μια τεράστια, μια ανέλπιστη νίκη: Τα ψυχολογικά ως διά μαγείας εξαφανίστηκαν από τον ορίζοντα και δεν με απασχόλησαν ούτε για μια μέρα! Στην επιστροφή στον Πειραιά ήμουν ενθουσιασμένος. Οι γονείς μου που είχαν περάσει εκείνο το καλοκαίρι τόσες πίκρες, δεν πίστευαν στα μάτια τους. Ο χαμογελαστός Ρένος, ο ανακουφισμένος Ρένος ήταν και πάλι εκεί. Οταν μάλιστα επέστρεψα με τη Χριστίνα στο Περιστέρι, έπεσα να απολαύσω τον πιο ήρεμο μεσημεριανό ύπνο που έχω κάνει στη ζωή μου. Χωρίς φόβους, δίχως ανασφάλειες και με το τρόπαιο πως τα ξεπέρασα όλα και πήγα διακοπές, ήμουν τρισευτυχισμένος. Το Σκοτάδια ήταν παρελθόν. Ή έτσι τουλάχιστον νόμιζα…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ