Κι ενώ αναρίθμητα δισκία «Androcur» καταλήγουν στο ταλαιπωρημένο μου στομάχι βάζοντας-έστω προσωρινά-φρένο στην αργή και βασανιστική πορεία προς τη φαλάκρα, από τις 2 Δεκεμβρίου του 1990 εξαιτίας αναπάντεχων συγκυριών και μιας σειράς απολύτως τυχαίων γεγονότων βρίσκομαι συνδεδεμένος με μια κοπέλα, τη Χριστίνα, που για εκείνη την εποχή ήταν βάλσαμο στην ταραγμένη ζωή μου. Συμπονετική, συγκαταβατική και δίχως υψηλές απαιτήσεις το «Χριστινάκι» έμοιαζε για την ιδανική περίπτωση για έναν Ρένο που πνιγόταν στα προβλήματα που δημιουργούσε ανελέητα ο τρόμος της απώλειας των μαλλιών μου στην πιο ευαίσθητη-μετεφηβική-ηλικία.

Ηδη, από τον Απρίλιο του 1991 άρχισε να εμφανίζεται ένα περίεργο κοινωνικό άγχος, το οποίο δεν αντιλαμβανόμουν αρχικά ότι ήταν ο προάγγελος μιας απίστευτης ψυχολογικής κρίσης. Λίγο πριν μπει το καλοκαίρι του 1991, το άγχος αυτό που θύμιζε έντονα το καταστροφικό 1984 γιγαντωνόταν και προσιδίαζε ολοένα και περισσότερο στο θηριώδες υπαρξιακό άγχος που με είχε χτυπήσει με μανία επτά χρόνια πριν. Με βασικό πυλώνα πάντοτε τον ακατανόητο φόβο πως δεν «ελέγχω την κατάσταση» και εξειδικευόμενο όλο και πιο πολύ σε έντονη φοβία πως θα χωρίσω με το «Χριστινάκι», όσο κι αν μασκαρευόταν πίσω από διάφορες μορφές δεν μπορούσα να μην αναγνωρίσω το «Σκοτάδι» που ερχόταν μαινόμενο για να πάρει την… εκδίκησή του.

Η πρώτη σκέψη εκείνες τις απαίσιες μέρες ήταν να αναρωτηθώ πώς αφού αντιμετώπισα με επιτυχία τη φαλάκρα, με επισκέπτονταν και πάλι οι παλιοί μου δαίμονες. Πολλά χρόνια αργότερα ο επιτυχημένος ψυχίατρος Θεοδόσης Χ. θα μου αποκαλύψει σε σχετική συζήτηση ότι το πρόβλημα της τριχόπτωσης παρέμενε ενεργό ηφαίστειο στην καρδιά μου και τροφοδοτούσε αδιάλειπτα τους πιο σκοτεινούς φόβους μου, αφού η θεραπεία ήταν προσωρινή λύση που δεν αντιμετώπιζε ριζικά το πρόβλημα.

Οταν η κατάσταση ξεκίνησε εκ νέου να θεριεύει και το μοχθηρό Σκοτάδι να καλύπτει σιγά-σιγά αλλά σταθερά ολόκληρη την ύπαρξή μου, απευθύνθηκα, όπως ήταν αναμενόμενο, στον παιδοψυχίατρο που είχε αναλάβει τον 15χρονο Ρένο Μπαλή. Σε παροτρύνσεις των ελάχιστων φίλων και συγγενών να κοιτάξω και αλλού απαντούσα πως αυτός γνωρίζει άριστα τα προβλήματά μου και μπορεί να με καθοδηγήσει με μαεστρία. Ομως, ήδη από την πρώτη επίσκεψη, στο ερώτημά μου τι επιτέλους μου συμβαίνει ο γιατρός ανασήκωσε τους ώμους του: «Δεν γνωρίζω, παιδί μου». Εγώ δικαιολογημένα είχα γίνει εμμονικός με τη ρίζα του προβλήματος. Ημουν βέβαιος πως ανακαλύπτοντας πού οφείλεται αυτή η καινούργια ψυχική διαταραχή που ερχόταν από το… πολύ μακρινό παρελθόν θα έβρισκα σύντομα και τη λύση. Αρκούσε μονάχα μια επίσκεψη σε ψυχίατρο για ενήλικες και η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή για το τρομακτικό άγχος που μεταμορφωνόταν σε βαριά κατάθλιψη και σε ένα ανυπόφορο κοκτέιλ συναισθημάτων, που περιελάμβανε ενοχές, αισθήματα κατωτερότητας, ανασφάλεια, ιδεοληψίες, υποχονδρία κ.ά.

Στις 11 Ιουλίου του 1991 επιβιβαστήκαμε στο Ford Cortina του πατέρα μου η αδερφή μου, η ξαδέρφη μου κι εγώ με προορισμό το Δερβένι της Κορινθίας, τόπο καταγωγής της Χριστίνας που θα περνούσε όλο το καλοκαίρι-κυριολεκτικά-εκεί. Μαζί με τις βαλίτσες κουβαλούσα και τους δαίμονές μου που με ξέσκιζαν αλύπητα με αφόρητο ψυχολογικό πόνο. Τα παιδιά της παρέας, ντόπιοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, έβλεπαν έναν χαμογελαστό Ρένο, ιδιαιτέρως κοινωνικό και με αναμφισβήτητη αίσθηση του χιούμορ. Αλλά τα μάτια τα δικά μου παρατηρούσαν μια άλλη, αόρατη πραγματικότητα, έναν φριχτό βάλτο με φόβους και φοβίες, ανεξήγητους πάντοτε, που, όταν έμενα με τον εαυτό μου, δεχόμουν ανηλεείς επιθέσεις που συντάρασσαν όλο μου το είναι. Δεν μπορώ να ξεχάσω ένα ζεστό πρωινό του Ιουλίου που ξύπνησα στις εφτά το πρωί και μέχρι τουλάχιστον στις δέκα ήμουν χαμένος σε εξαντλητικές μαύρες σκέψεις για τρεις ολόκληρες ώρες. Ελιωνα από τον παραλυτικό φόβο, την ώρα που με πολιορκούσαν αόρατοι μοχθηροί επισκέπτες μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Δεν άντεξα άλλο και ξύπνησα και τις δύο κοπέλες με την πρόφαση πως πονάει το στομάχι μου και κάτι έπρεπε να κάνουμε γι’ αυτό…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ