Το σπίτι του παππού μου, το οποίο ένα απόγευμα του 1995, με συμβολαιογραφική πράξη πέρασε στην κατοχή μου ήταν μια παλιά κουκλίστικη μονοκατοικία με οπωροφόρα δέντρα, εσπεριδοειδή, λογιών-λογιών τριανταφυλλιές, νυχτολούλουδα και γιασεμιά. Το οικόπεδο μετριόταν στα 550 τ.μ. και ήταν γωνιακό. Χαμένος μέσα στους διάφορους ψυχαναγκασμούς μου, στεναχωριόμουν από τις αποτυχίες μου στον επαγγελματικό τομέα, δίχως να υπολογίζω την ακίνητή μου περιουσία που κόντευε να χτυπήσει ταβάνι η τιμή της με τις συνεχείς αυξήσεις στα ακίνητα (και) στο Χαλάνδρι.

Η μέλλουσα σύζυγός μου που μου είχε δηλώσει ξεκάθαρα εξαρχής ότι δεν διαθέτει κανένα περιουσιακό στοιχείο, «έχω μονάχα το βρακί μου» ήταν η μόνιμη επωδός της, δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για το σπίτι μου-φαινομενικά. Γιατί όταν προγραμματίζαμε τον γάμο μας και-μεταξύ άλλων-η συζήτηση στρεφόταν γύρω από το σπίτι, άνοιξαν κάποιες πρώτες κουβέντες για το τι μέλλει γενέσθαι. Με το σαθρό επιχείρημα πως τα λεφτά φέρνουν σπίτια αλλά με το σπίτι δεν θα είχαμε χρήματα, με προϊδέαζε για κάτι που δούλευε-πιστεύω-ήδη στο μυαλό της: την πώληση της οικίας των προγόνων μου. Ενώ λοιπόν μιλούσαμε για τον επερχόμενο γάμο, ωρίμαζε η ιδέα της πώλησης του ακινήτου στη μέγιστη αξία που θα μπορούσε.

Η γυναίκα μου θεώρησε δεδομένο πως θα πραγματοποιηθεί η πώληση και θα ζήσουμε ζωή… μαχαραγιάδικη με το τεράστιο ποσό που θα εισπράτταμε. Η απολύτως χειριστική σύντροφός μου είναι αδύνατο να πιστέψω πως δεν με έπεισε με τις κουβέντες της να προχωρήσω το θέμα. Ηδη από τις αρχές του 2002 το είχαμε πάρει απόφαση. Ασφαλώς υπήρχαν άλλες (καλές) εναλλακτικές με κορυφαία εκείνη ενός μεσίτη για αντιπαροχή 50% (!!!), δηλαδή τρία διαμερίσματα και μισό ρετιρέ σε μετρητά! «Αυτά ευνοούν τους κατασκευαστές» ήταν η απρόθυμη απάντηση της συζύγου μου. «Εφόσον ο γάμος προγραμματίζεται για το καλοκαίρι του 2002, δεν προλαβαίνουμε να προχωρήσουμε σε μια τέτοια κίνηση, εκτός αν αναβάλουμε το μυστήριο…». Ημουν πολύ ανασφαλής και την αγαπούσα ιδιαίτερα που μια αναβολή του γάμου μού φαινόταν αδιανόητη. Η ιδέα του κατασκευαστή κατέληξε στον κάλαθο των αχρήστων, όπως και κάποιες άλλες που έκαναν λόγο για ενοικίαση σε ιδιώτη ή για επαγγελματικό χώρο. Οπως αντιλαμβάνεστε υπέστην έναν συναισθηματικό εκβιασμό και η αφέλεια και η ανωριμότητά μου δεν μου επέτρεψαν να το καταλάβω καν.

Ενα ανοιξιάτικο πρωινό αποχαιρέτησα τον κήπο και τις τριανταφυλλιές μου και έκλεισα με δύναμη τη βαριά μπροστινή πόρτα αποχωρώντας οριστικά από το (πρώην πια) σπιτικό μου. Οταν επέστρεψα από τον μήνα του μέλιτος πέρασα μπροστά από το οικόπεδο: το σπίτι ήδη είχε γκρεμιστεί και αργότερα στη θέση του θα αντίκριζα μια κακόγουστη πενταώροφη πολυκατοικία. Οι λογαριασμοί μου σε διάφορες τράπεζες φουσκώσανε απότομα αλλά πλέον έπρεπε να ψάξω ένα σπίτι με ενοίκιο. Παρεμπιπτόντως, υπολόγισα πως στα δέκα χρόνια που έμεινα παντρεμένος πρέπει να ξόδεψα τουλάχιστον 70 χιλιάδες ευρώ σε ενοίκια (!), χωρίς να υπολογίζω τους άλλους λογαριασμούς.

Την πρώτη μέρα που βρέθηκα με τόσα λεφτά γύρισα στους δικούς μου και τους υποσχέθηκα πως θα τα διπλασιάσω! Εκείνοι απλώς χαμογέλασαν, έχοντας καταγράψει ανεξίτηλα στη μνήμη τους τη μέρα που οι εκσκαφείς σώριασαν σε μπάζα-μετά από πολλές προσπάθειες-το σπίτι του παππού μου. Εγώ, από την άλλη πλευρά, δίχως να πίνω, να τζογάρω, να έχω διάφορα πάθη που σπαταλούν περιουσίες βρέθηκα να χάνω σε καθημερινή βάση λεφτά αφού οι πρωτότυπες ιδέες για έναν σωρό επιχειρήσεις αποδεικνύονταν λαθεμένες και ροκάνιζαν τη μοναδική περιουσία μου. Υστερα από 19 χρόνια δεν έχω χωνέψει ακόμη πως η πρώην-πια-σύζυγός μου επιζητούσε από την αρχή την πώληση για να περάσει ζωή χαρισάμενη.

Σήμερα, με το ένα εκατοστό των χρημάτων που πήρα (!), προσπαθώ να ανακαλύψω ένα σύγχρονο Ελ Ντοράντο που θα με ξανακάνει πλούσιο. Ας πρόσεχα…

Με απέραντη θλίψη,

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ