Ο πατέρας μου το έλεγε συνέχεια: «Δες αυτό το ξανθό παιδί με την μπάλα του μπάσκετ που πηγαίνει μόνος του και παίζει στο σχολείο. Γιατί δεν πας κι εσύ;». Και πήγα. Και με το ξανθό παιδί γίναμε τελικά κολλητοί ώσπου ο τεράστιος εγωισμός του άφησε μια ασήμαντη παρεξήγηση να διακόψει τη φιλία μας για 20 χρόνια-ίσως και για πάντα. Αλλά ο «ξανθός Γκαστόνε» πάντοτε έβρισκε με ευκολία τον δρόμο προς την ευτυχία. Η ανεξάντλητη όσο και αδιανόητη τύχη του τον έκανε να ξεπερνά αβρόχοις ποσίν όσα προβλήματα στέκονταν εμπόδιο στον δρόμο του, κοινωνικά, επαγγελματικά και προσωπικά.

Εικοσάρηδες και οι δύο, εγώ πνιγμένος στις έγνοιες μου, τα δυσεπίλυτα προβλήματά μου, στο ψυχοφθόρο άγχος μου και τις καταδικαστικές ανασφάλειές μου κι εκείνος ατενίζοντας τη ζωή που είχε μπροστά του με μια απέραντη αισιοδοξία και μια πρωτοφανή αυτοπεποίθηση. Τώρα πώς βρεθήκαμε να κάνουμε παρέα δύο τόσο διαφορετικά πρόσωπα είναι ένα ερώτημα που δεν γνωρίζω αν ποτέ θα απαντηθεί. Ο «ξανθός Γκαστόνε» σίγουρα δεν ήταν εξυπνότερός μου αλλά προφανέστατα υπήρξε πιο πονηρός και πιο καπάτσος. Ετσι, όταν αποφασίσαμε να πάμε καλοκαιρινές διακοπές στις Σπέτσες το 1989 ήταν μαθηματικά βέβαιο πως θα με περίμεναν ένας σωρός δυσάρεστες εκπλήξεις που μου επιφύλασσε ο… κολλητός μου.

Κάμποσες μέρες πριν το ταξίδι μού αποκάλυψε πως ταυτόχρονα είχαν κλείσει δωμάτια με τους γονείς του και, αναγκαστικά, θα μέναμε χωριστά! Κι εγώ, με τα ψήγματα αυτοπεποίθησης που διέθετα, αποδέχθηκα σαν μοιραίο το γεγονός πως μου είχε βρει κατάλυμα να μείνω με έναν-άγνωστο σε μένα-φίλο του!!! Τα μαύρα σύννεφα πάνω από τις φαινομενικά ονειρεμένες διακοπές άρχισαν ήδη να μαζεύονται… Τώρα πώς εγώ διατηρούσα την εντύπωση ότι θα περάσουμε υπέροχα, μοιραζόμενος το ίδιο δωμάτιο με κάποιον από τους σνομπ και σφόδρα αντιπαθητικούς φίλους του, νομίζω πως αποτελούσε ιδανικό θέμα για ανάλυση και ψυχοθεραπεία.

Οι περίφημες διακοπές στο πιο «ιν» νησί της εποχής του «Κλικ» και του Κωστόπουλου θα κρατούσαν δύο εβδομάδες. Θα διαπίστωνα από την πρώτη στιγμή στο πλοίο ότι ο Κλέωνας, ο… αναγκαστικός φίλος των διακοπών, καμιά σχέση δεν είχε με τον κύριο Κλεό, τον Δημήτρη Χορν στον ρόλο του ταπεινού ταμία με τις τρεις και εξήντα στο «Μια ζωή την έχουμε». Αλαζόνας ο… δικός μου Κλεό, λεφτάς, γιος μεγαλοστελέχους τής σε άνθηση ευρισκόμενης τότε «Ελευθεροτυπίας», υπερόπτης και ξιπασμένος.

Τη συνέχεια μπορείτε και να τη μαντέψετε: Ο Κλέωνας βρήκε από την πρώτη σχεδόν μέρα τις παρέες του στο νησί, ο «ξανθός Γκαστόνε» τις δικές του κι εγώ κατόρθωσα-γιατί περί κατορθώματος πρόκειται-να κάνω σε 15 μέρες δυο μπάνια! Η μέρα μου ξεκινούσε με το κλασικό φραπεδάκι στην πλατεία τής «Ντάπιας», διαβάζοντας σε καθημερινή βάση τον «Ελεύθερο Τύπο» της εποχής, κάπου έβρισκα να φάω το μεσημέρι και το απόγευμα κάποτε έβλεπα τον Κλέωνα ή τον «ξανθό Γκαστόνε» ή και τους δύο. Κοιμόμουν πολλές ώρες και ξύπναγα αργά, προκαλώντας και την αγανάκτηση της καθαρίστριας γιατί οι μέρες δεν περνούσαν με τίποτα. Ηδη την 5η σκεφτόμουν πως θα έχω άλλες εννέα μέρες μαρτυρίου…

Ο άγνωστος Κλέωνας με τη… γνωστή αυτοπεποίθηση των ματσωμένων βρήκε γκόμενα μόλις το δεύτερο βράδυ. Και όχι όποια κι όποια. Τη γοητευτική μελαχρινή Αΐντα, μια πραγματική εξωτική κούκλα. Τα βράδια περνούσαμε ανόητα στη «Φιγκαρό», το πιο… κυριλέ μαγαζί του νησιού και κάπως έτσι μπόρεσα κι εγώ να βρω μια παρέα κοριτσιών, πρόθυμων για εφήμερη σχέση που ούτε αυτό δεν μπόρεσα να καταλάβω μέσα στην τραγική μου αφέλεια. Οπου φτωχός και η μοίρα του…

Είχαμε φύγει από την Αθήνα στις 4 Αυγούστου, πέρασε ο 15Αύγουστος και το νησί εν μια νυκτί άδειασε. Πλέον και ο Κλέωνας είχε βαρεθεί, ανεξήγητο πάντως για κάποιον που κυκλοφορούσε με την πιο όμορφη γυναίκα των Σπετσών και τον γνώριζε το μισό νησί…

Τη 17η Αυγούστου ετοιμάσαμε τα πράγματά μας, βρεθήκαμε νύχτα στο λιμάνι και τα ξημερώματα κατά τις έξι φύγαμε με το δελφίνι μέσα σε πρωτόγνωρη θαλασσοταραχή. Είπα να ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου αλλά έπειτα από δυο χρόνια θα πήγαινα ξανά στις Σπέτσες, εκείνη τη φορά υπό άλλες συνθήκες, κοινωνικά καλύτερες και ψυχολογικά χειρότερες…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ