Τον Ιούλιο του 1999 έγινα 30 ετών. Το γιόρτασα, όπως πάντα, στην τεράστια αυλή του πατρικού μου με άλλα… 200 άτομα. Υποτίθεται πως ο δεσμός μου με τη Χριστίνα δεν είχε τελειώσει-τυπικά τουλάχιστον. Ωσπου είδα τον δεσμό μου των εννέα ετών να βρίσκεται πίσω από το μπαρ και να συνομιλεί με τον έρωτα της ζωής μου, τη γλυκιά Σταυρούλα (αλλά γι’ αυτό το περίεργο γεγονός που με έκανε να χαζεύω αμήχανα σας έχω γράψει στην άλλη στήλη μου «Αποθανέτω η ψυχή μου για το άλλο φύλο).

Το πάρτι ολοκληρώθηκε δίχως… απρόοπτα, η Χριστίνα με κάλεσε για μεσημεριανό στο Περιστέρι μια Κυριακή του Ιουλίου και μετά με ξαναπήρε για να μου να μη βρεθούμε, δικαιολογούμενη πως… δεν νιώθει τίποτα. Κάπου εκεί αυτή η σχέση έκλεισε οριστικά και σιγά-σιγά πέρασε στη λήθη… Αλλά μπροστά μου είχα ένα ολόκληρο καλοκαίρι που αποφάσισα να περάσω μαζί με τον φίλο μου τον Νικόλα στην αγαπημένη μας Κεφαλονιά. Αυτή η πρωτόγνωρη αίσθηση αυτοπεποίθησης και ελευθερίας μαζί με είχε συγκλονίσει. Πλέον δεν είχα να λογοδοτήσω σε κανέναν για τις πράξεις μου και αφέθηκα στο ατελείωτο φλερτ, προσεγγίζοντας κάποιες συνομήλικες Ελληνίδες που τις πολιορκούσαν όμως και κάτι Ιταλοί. Αλλά ούνα φάτσα, ούνα ράτσα, περίμενα τους πολυλογάδες γείτονές μου να σταματήσουν τα πειράγματα για να βρούμε κι εμείς τον απαραίτητο χώρο και να… ελιχθούμε.

Ο καθιερωμένος βραδινός απολογισμός είχε σαφώς θετικό πρόσημο με τις κοπέλες να ανταποκρίνονται στο διακριτικό μας φλερτ. Εκεί όμως που όλα έμοιαζαν βγαλμένα από τα πιο γλυκά μας όνειρα συνέβη κάτι εντυπωσιακά απρόοπτο: Ο πιο αγαπημένος μου φίλος ξεκίνησε μια αναιτιολόγητη επίθεση στο πρόσωπό μου, τη στιγμή που εγώ είχα τραβήξει όλο το κουπί στην προσέγγιση και την ώρα που χάρη στις εμπνευσμένες μου ατάκες είχαμε τέτοια θετική ανταπόκριση. Αυτό το αλλαγμένο πρόσωπο του Νικόλα θα το έβλεπα και πάλι και θα στεναχωριόμουν ιδιαιτέρως που ο καλύτερός μου φίλος είχε και αυτή την άκρως ενοχλητική πλευρά…

Εκείνο το καλοκαίρι γνώρισα έναν άλλον μεγάλο μου έρωτα την Κεφαλονίτισσα Νατάσα που από απλό, καλοκαιρινό φλερτ εξελίχθηκε σε παραλίγο γάμο, ασχέτως αν αυτή η τρελή κατάληξη δεν σφράγισε την όμορφή μας σχέση. Το καλοκαίρι του 1999 γνώρισα και έναν ειδικό στα ψυχοσωματικά, τον ειδικό παθολόγο Βασίλη Ρ., ο οποίος προσιδίαζε περισσότερο σε… προπονητή μου παρά σε ψυχίατρο. Ο Βασίλης, εγγονός πολύ γνωστού ποιητή μας με το ίδιο ονοματεπώνυμο άνοιξε μια χαραμάδα στη ζωή μου και πώς αντιμετώπιζα κάποιες καταστάσεις. Χωρίς να μου χορηγήσει ούτε ένα φάρμακο, δίχως αναδρομές στα παλιά χρόνια και στη χαμένη από καιρό παιδικότητά μου, ο Βασίλης, σαν άριστος καπετάνιος διόρθωνε ή και άλλαζε εντελώς την όποια ψυχαναγκαστική πορεία επέβαλε συχνά το μυαλό μου. Από τον Σεπτέμβριο του 1999 οι επισκέψεις στον αγαπημένο μου γιατρό καθορίστηκαν σε τουλάχιστον δύο τον μήνα και η πλατεία Μαβίλη που βρισκόταν το ιατρείο του έγινε και δικό μου στέκι. Τότε δεν το γνώριζα ακόμη αλλά ο Βασίλης θα γινόταν ένα από τα πιο επιδραστικά πρόσωπα της ζωής μου. Οι εύστοχες παρεμβάσεις του σε μια σειρά ζητημάτων δεν θα ήταν υπερβολή αν σας έλεγα πως χάρη σε αυτό το πρόσωπο άλλαξε τελείως η ψυχολογία μου και υποχώρησε όσο ποτέ άλλοτε ο ψυχαναγκαστικός μου εαυτός που τόσο εκνευριστικά παρενέβαινε και οδηγούσε σε αδιέξοδα στη ζωή μου. Η ψυχολογική «κρίση» του χειμώνα 1998-99 έμοιαζε πια σαν ένας περασμένος και ξεχασμένος εφιάλτης…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ