Αρκετά χρόνια πριν πεθάνει ο Κώστας Βουτσάς είχε δώσει μια αποκαλυπτική συνέντευξη-δεν θυμάμαι σε ποιο μέσο. Εκεί αναφέρθηκε στο ξεκίνημά του ο ταλαντούχος, κωμικός μας ηθοποιός. Βρέθηκε τυχαία σε κάποια σκηνή ενός ερασιτεχνικού θεάτρου, απέσπασε μπόλικα χειροκροτήματα και, λίγο αργότερα, κυκλοφορώντας σε μια μικρή κωμόπολη τον αναγνώριζαν όλοι και του έδιναν συγχαρητήρια. Τότε αντιλήφθηκε τι ήθελε να κάνει στη ζωή του σε γενικές γραμμές: Να είναι δημοφιλής, κάτι που εύκολα φαινόταν να τα καταφέρνει όντας αναγνωρίσιμος ηθοποιός.

Σκεφτόμουν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα τη συνέντευξη του Βουτσά. Και αναγνώριζα τον εαυτό μου: πράγματι το βασικό στοιχείο που απαιτούσα από τη δουλειά μου ήταν να νιώθω και να είμαι δημοφιλής. Αυτό προσπάθησα να εξηγήσω στους δικούς μου εκείνο το περίεργο απόγευμα στο διαμερισματάκι της Ραφήνας, όταν τους έλεγα πως εγώ θα γίνω ή ηθοποιός ή τραγουδιστής, ενώ κανονικά θα έπρεπε να τους πω: «Θέλω να γίνω δημοφιλής». Κάπως έτσι ξεκίνησε και η ενασχόλησή μου με τα κοινά τον Σεπτέμβριο του 1994: σε έναν άκρως ανταγωνιστικό χώρο θα ξεχώριζα με το ταλέντο μου στην ομιλία και στο γράψιμο αλλά και τη μοναδική μου ικανότητα να συνθέτω ιδέες, να κρατάω χαμηλό προφίλ και να γίνομαι αμέσως συμπαθής σε ευρύτερες ομάδες ανθρώπων. Υπήρχε όμως και κάτι που δεν ταίριαζε σε όλα τα παραπάνω: η ενδημική στη χώρα μας αναξιοκρατία. Μπορούσε εύκολα κάποιος να σου «κλέψει» ψήφους και αξιώματα αν ήταν πιο καπάτσος και αν είχε άλλου είδους βοήθειες, όπως την αίγλη του ονόματός του σε ορισμένους σημαντικούς κύκλους ή τη διάθεση να ρίξει πολλά χρήματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω την κατάσταση. Αρα η πολιτική ακόμη και σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης δεν ήταν δυνατό να μου προσφέρει στις απέραντες φιλοδοξίες μου. Επίσης είχα κάποια θεματάκια και με την υποκριτική, τα οποία συνειδητοποίησα αργότερα. Δεν ήμουν ο κλασικός τύπος ηθοποιού που και με σαράντα πυρετό θα έβγαινε στη σκηνή για να παίξεις. Δηλαδή, όσον αφορά την ηθοποιία, με ξετρέλαινε η θερμή ανταπόκριση των γυναικών, το μοίρασμα των αυτογράφων σε φανατικούς θαυμαστές, η γενικότερη αναγνωρισιμότητα, αλλά δεν σκεφτόμουν το κομμάτι εκείνο της δουλειάς αυτής καθ’ αυτής: την αποστήθιση κειμένων, την επεξεργασία ενός ρόλου, το αναλυτικό διάβασμα των κρίσιμων στοιχείων του χαρακτήρα που θα παρίστανα. Επομένως για ηθοποιός μάλλον δεν έκανα και για τραγουδιστής ίσως να με έσωζε η (αδούλευτη μεν) φωνή μου που όμως ήταν και παραμένει βαθιά χαρισματική…

Θα συμφωνήσετε μαζί μου πως βρισκόμουν σε μια χαώδη κατάσταση: σπούδαζα πολιτικές επιστήμες (τυπικά τουλάχιστον), ήθελα να γίνω διάσημος αλλά -ταυτοχρόνως και δημιουργικός- έψαχνα να βρω δουλειά χωρίς κι εγώ ο ίδιος να γνωρίζω πού να απευθυνθώ και τι ακριβώς να ζητήσω. Γιατί χωρίς ακόμη το πανεπιστημιακό πτυχία, με ελάχιστη επαφή με τις ξένες γλώσσες, με την άγνοια γύρω από τους υπολογιστές ποιος άλλος θα μπορούσε να με προσλάβει και να μην αφορά το αντικείμενο πώληση ασφαλειών ή τηλεφωνικές ενημερώσεις, πράγματα που όχι μονάχα απεχθανόμουν αλλά δεν είχα και το παραμικρό ταλέντο να επιδείξω.

Τέλος, καθυστέρησα πολύ να καταλάβω πως στην πραγματικότητα ήθελα να έχω τη δική μου δουλειά ή, εν πάση περιπτώσει, να μην μπορεί να ανακατευτεί άλλος σε ό,τι επιζητούσα να κάνω. Και τη δεκαετία του ’90 διέθετα και την οικονομική δυνατότητα να γίνω εργοδότης του εαυτού μου, χάρη σε κάποια σχετικά μεγάλη ακίνητη περιουσία που είχα στο όνομά μου. Ημουν τόσο μπερδεμένος που έψαχνα υπαλληλικές δουλειές που δεν ταίριαζαν ούτως ή άλλως στον χαρακτήρα μου, ενώ μπορούσα, αξιοποιώντας την ακίνητη περιουσία μου, να κτίσω τη δικιά μου επιχείρηση και με τη (δεδομένη) δημιουργικότητά μου να κατακτήσω την όποια κορυφή…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ