Τα μαλλιά μου μάκραιναν όπως θα διαβάσατε στο πρώτο μέρος αλλά η προσπάθεια πλέον εντοπιζόταν και σε ένα άλλο σημείο που δεν είχε (άμεση) σχέση με την εξωτερική μου εμφάνιση: Να δημιουργήσω τη δική μου οντότητα σε αυτές-τις έστω σνομπ-παρέες, να διακοπεί οριστικά αυτή η εξάρτηση από διάφορους φίλους και «φίλους». Κάποια αραιά τηλέφωνα από συνομήλικες κοπέλες άρχισαν λίγο-λίγο να σταματάνε αυτή την απογοητευτική εικόνα στο άλλο φύλο. Δεν ήταν ακριβώς ό,τι έψαχνα, όμως θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για μια καλή αρχή.

Παρατηρούσα το σώμα μου στον καθρέφτη: κανονικό σωματικό βάρος αλλά ένα αγύμναστο εντελώς σώμα που βούλιαζε κι άλλο την πληγωμένη-ούτως ή άλλως-αυτοπεποίθησή μου. Αυτό που έπρεπε να κάνω φάνταζε πλέον μονόδρομος: να γραφτώ στο γυμναστήριο. Και τις δύο φορές που αποπειράθηκα στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν τα αποτελέσματα υπήρξαν από ανούσια ως… τραγικά. Με έναν «τοξικό» φίλο, τον Αναστάση, γραφτήκαμε σε γυμναστήριο της Μεσογείων. Πήγαμε μια φορά μαζί και έπειτα, δεν θυμάμαι τον λόγο, αυτός το εγκατέλειψε. Μόνος μου, λόγω ανασφάλειας, ούτε καν να το σκεφθώ. Εκανα άλλη μια απελπισμένη προσπάθεια εν έτει 1989 με άλλον, επίσης «τοξικό» φίλο που και αυτή έμεινε ανολοκλήρωτη. Αφού έβαλα κάτω την ατζέντα μου και κάλεσα στο τηλέφωνο φίλους και γνωστούς για να έρθουν μαζί μου, το πήρα τελικά απόφαση: θα πήγαινα μόνος μου, ξεπερνώντας και δίνοντας τη χαριστική βολή στις φοβίες που με βασάνιζαν. Και κάπως έτσι, το Σάββατο, 3 Μαρτίου του 1990, πριν 30 χρόνια, έφαγα ένα ελαφρύ γεύμα, ντύθηκα με σπορ εμφάνιση, πήρα το Ford Cortina του πατέρα μου και κατευθύνθηκα στο γυμναστήριο του «Καρβέλα». «Ηρθα να γραφτώ» δήλωσα στη ρεσεψιόν. Μετά από κάτι σύντομα γραφειοκρατικά, ρώτησα: «Και τώρα μπορώ να γυμναστώ;». Η καταφατική απάντηση μου… έκοψε τα πόδια. Απέναντί μου όλοι οι δαίμονές μου. Αντλησα όσο θάρρος και κουράγιο ανακάλυψα στη ψυχή μου και προχώρησα στα ενδότερα. Ενας-δυο κύκλοι τζόκινγκ για προθέρμανση και ύστερα ακούστηκε ανακουφιστικά η φωνή του γυμναστή: «Πάμε, παιδιά», που σήμαινε περίπου 45 λεπτά σουηδικής γυμναστικής. Μόλις ολοκλήρωσα το πρόγραμμά μου μού είπε: «Εσύ μην κάνεις τίποτε άλλο σήμερα».

Βγήκα από την πόρτα του γυμναστηρίου ενθουσιασμένος: Ενιωθα πως ο αέρας μύριζε διαφορετικά, πως ζούσα ένα παραμύθι, πως βρισκόμουν στον παράδεισο. Η αυτοεκτίμησή μου εκτινάχθηκε στα ύψη. Ναι, πέρασα έναν Γολγοθά και βγήκα αλώβητος. Επιτέλους αντιμετώπισα τις φοβίες μου. Η ανύπαρκτη αυτοπεποίθηση έκανε μόλις την εμφάνισή της. Ενας άλλος Ρένος μπήκε αυτή τη φορά στο σπίτι. Ο Ρένος των σκοτεινών χρόνων, των ψυχοθεραπειών, της δειλίας, της κακομοιριάς και των εύλογων αποτυχιών στις γυναίκες εξαφανίστηκε. Ηδη από εκείνο το απόγευμα, σαν κάτι μαγικό να συνέβη, το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα. Το μοναχικά σαββατόβραδα πέρασαν στη λήθη… Ημουν, δίχως υπερβολή, σε θέση να διαλέξω με ποια κορίτσια θα έβγαινα έξω για διασκέδαση. Και ο συνδυασμός κοτσίδα, γυμναστήριο, μοδάτα ρούχα, και «ιν» κλαμπ και μπαράκια ήταν καταλυτικός. Η εμφανής διαφορά πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Τα βλέμματα των γυναικών δεν με προσπερνούσαν πια αδιάφορα αλλά σταματούσαν επάνω μου. Κάποιο δειλό στην αρχή και πιο έντονο αργότερα ενδιαφέρον άρχισε να διαφαίνεται. Ηξερα μέσα μου ότι μετρούσα μέρες για τη δημιουργία δεσμού. Αυτό, παρά τη θέλησή μου, έγινε και κάπου αυτοσκοπός. Δεν ήταν αυτός ο πραγματικός στόχος. Μια κοπέλα στον περίγυρο θα κέρδιζε την καρδιά μου. Δεν γνώριζα μονάχα το όνομά της. Επρεπε να κάνω λίγη υπομονή ακόμη…

Ρένος Μπαλής