Τελειώνοντας τη Σχολή Αναβρύτων, με βάση όσα περιέγραψα, θα αντιληφθήκατε στη συντριπτική σας πλειοψηφία πως η συνεύρεση με γυναίκα παρέμενε ένα άπιαστο όνειρο. Οταν για την πρώτη σου φορά έχεις επιλέξει να απέχεις απ’ όλες τις καταστάσεις πληρωμένου έρωτα που σου φαίνονται αποκρουστικές και ολοκληρώνοντας ένα σχολείο που κάποτε διοργανώθηκε ένα πάρτι μόνο για κοπέλες (!), ενηλικιώθηκα δίχως την εμπειρία…

Ο χρόνος έτρεχε, οι ενδοσκοπήσεις έκαναν μάλλον περισσότερη ζημιά παρά βοηθούσαν και ένα μελίσσι τοξικών φίλων είχε παρεισφρήσει στη ζωή μου. Φίλων που είτε δεν τους ενδιέφερε καθόλου το ζήτημα «γυναίκες» επειδή είχαν χαθεί μέσα στον προβληματικό τους κόσμο είτε δεν μου άφηναν περιθώριο να… ανασάνω, αρπάζοντας μονάχα εκείνοι τις καλές ευκαιρίες και επιφυλάσσοντας για εμένα τη θέση του αμήχανου παρατηρητή ή και… βιογράφου τους. Αλλοτε πάλι υπήρχαν φίλοι καπάτσοι που την έπεφταν σε ό,τι θηλυκό κυκλοφορούσε, θεωρώντας ως δεδομένο πια ότι εγώ δεν μπορούσα να έχω καμιά απαίτηση από τον ντροπαλό εαυτό μου.

Οπως ανέφερα και προηγουμένως η υπερανάλυση των προβλημάτων που οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στις οδυνηρές αποτυχίες με το άλλο φύλο μάλλον σαν εσωστρέφεια επέστρεφε στην ψυχή μου. Αρνιόμουν ή δεν ήθελα να παραδεχτώ πως ακόμη και στα 19 μου χρόνια δεν διέθετα κανένα προσωπικό στυλ, το ντύσιμό μου ήταν παρωχημένο, τα θέματα συζήτησης για πιο ώριμες κοπέλες (τις οποίες όμως δεν έκανα παρέες) και οι ατάκες μου αξιολύπητες. Υπήρχαν και χειρότερα νέα για τον νεαρό κ. Μπαλή: Εφθασα στο έσχατο σημείο ταπείνωσης όταν παραφύλαγα υπομονετικά έξω από το υπόγειό μου για να τελειώσει τη «δουλειά» ένας πρώην κολλητός μου, ο οποίος δίχως να υπερτερεί σε τίποτα σε σχέση με εμένα, χάρη στην… κατεργαριά του και την εμπειρία του από την πιάτσα δεν έχανε την παραμικρή ευκαιρία. Και να σας εξομολογηθώ κάτι; Τα κατάφερνε!

Την ώρα που αναλωνόμουν στο αν θα πάρει την πολυπόθητη αυτοδυναμία ο Κ. Μητσοτάκης το 1989, συμπλήρωνα ήδη τα είκοσι και το κοντέρ εξακολουθούσε να γράφει «μηδέν». Δεν έχω ξανανιώσει πιο άσχημα στη ζωή μου απ’ όταν σε ένα αρχοντόσπιτο μιας φίλης στην Κηφισιά εφηύρα μια ολόκληρη ιστορία προκειμένου να αποφύγω την καυτή ερώτηση «πότε πήγα με γυναίκα για πρώτη φορά». Επινόησα ένα ολόκληρο παραμύθι για να σταματήσω να αισθάνομαι άβολα.

Κάποια στιγμή, μπερδεμένος μέσα σε κύκλους της παραλιακής και του Κολωνακίου, στους οποίους φρόντιζε να με μπάσει γνωστός τυχεράκιας (!) φίλος, με μια ελαφριά βελτίωση στο ατσούμπαλο ντύσιμό μου, επιχείρησα να κυνηγήσω μια ατίθαση γυναίκα που την έβλεπα σαν… ξερολούκουμο. Για χάρη της κατέβηκα μέχρι την Πάτρα, όπου σπούδαζε, αλλά με τη χοντροκομμένη μου συμπεριφορά και εντελώς άβγαλτος, κατόρθωσα να εισπράξω μια από τις χειρότερες χυλόπιτες της ζωής μου… Θυμήθηκα πως το τελευταίο βράδυ στην αχαϊκή πρωτεύουσα μούσκεψα το μαξιλάρι στα καυτά μου δάκρυα, την ώρα που αναρωτιόμουν για το κακό το ριζικό μου.

Επειδή όμως «από το κλάμα θα βγει μια χαρά» όπως υποστηρίζει και το γνωστό άσμα, από την επόμενη μέρα κάτι άλλαξε δραματικά μέσα μου. Πήρα την κατάσταση στα χέρια μου. Η σαμπάνια για τη… νίκη που δεν άνοιξε ποτέ στην Πάτρα, έμεινε ως σκληρό ενθύμιο σε μια γωνιά του σπιτιού μου να μου θυμίζει την πικρή γεύση της αποτυχίας. Για πρώτη φορά στη ζωή μου είχα αποφασίσει σοβαρά να διαγράψω το μαύρο παρελθόν και να μπω στις πολεμίστρες με αγωνιστική διάθεση. Καθώς το 1989 μάς αποχαιρετούσε, είδα στη Ν. Μάκρη έναν τύπο με κοτσίδα. Το θέαμα τότε ήταν πρωτόγνωρο για μένα και τους υπόλοιπους που τον περάσαμε για εκκεντρικό. Εκείνη την ώρα ούτε που σκεφτόμουν πως θα γινόμουν ο δεύτερος μόλις που θα άφηνα μακριά μαλλιά πιασμένα σε κότσο. Και αν για τις τρίχες που μάκραιναν μέρα με τη μέρα έκανα απλώς υπομονή, η χαμένη μου αυτοπεποίθηση συνέχιζε να με χαντακώνει. Θα έπρεπε να βρω ένα γιατρικό και γι’ αυτό το κρίσιμο θέμα. Εψαχνα μόνο για την αφορμή…

(συνεχίζεται)

Ρένος Μπαλής