Το 1999 είχε μπει ήδη με τους χειρότερους οιωνούς: Οι ψυχολογικές «κρίσεις» (όπως τις ονόμαζα από μικρός) με συνόδευαν παραδόξως τα Χριστούγεννα του 1998 και την Πρωτοχρονιά του 1999, κάτι που δεν είχε ποτέ συμβεί ως τότε, αφού (οι κρίσεις) ήταν πάντοτε συνδεδεμένες με το καλοκαίρι: 1984, 1986, 1991, 1994, 1995, 1996. Τώρα μάλιστα είχα να αντιμετωπίσω όχι μονάχα τα ψυχολογικά προβλήματα αλλά και τα ψυχοσωματικά που έκαναν… δυναμική είσοδο στη ζωή μου, δημιουργώντας πολύ χειρότερα συναισθήματα με κυρίαρχο τη νοσοφοβία. Σαν χθες θυμάμαι να παραπονιέμαι στους γονείς μου πως έχω ή καρκίνο ή καρδιά!

Μέσα σε όλη αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση, υπήρξε και ένα θετικό νέο. Κάποιο ιδιωτικό ΙΕΚ παρέδιδε δίμηνα και τρίμηνα σεμινάρια στα οποία έπρεπε να ήσουν πτυχιούχος κρατικού πανεπιστημίου για να παρακολουθήσεις και περιελάμβαναν και μια αξιοπρεπή αμοιβή. Πνιγμένος μέσα στον Γολγοθά των προβλημάτων δεν αντιλήφθηκα πως η Χριστίνα, που είχε περάσει τα πάνδεινα στο πλευρό μου, είχε να μου τηλεφωνήσει κάμποσες μέρες. Πήρα εγώ και δοκίμασα τη μεγαλύτερη ψυχρολουσία που είχα αντιμετωπίσει στα εννιά-σχεδόν-χρόνια του ανέφελου σχετικά δεσμού μας. Την ώρα που η Χριστίνα μού έθετε ζήτημα χωρισμού γιατί «η σχέση μας δεν πήγαινε καλά», συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πως βρισκόμουν να ίπταμαι χωρίς καν το προστατευτικό δίχτυ. Δεν αντιλαμβανόμουν τι ακριβώς συνέβαινε, μια και τη Χριστίνα τη θεωρούσα το τελευταίο πρόσωπο που θα με απογοήτευε, μια και πίστευα λανθασμένα ότι ήταν του «χεριού μου».

Η πίκρα μου περιορίστηκε κάπως όταν άρχισα να παρακολουθώ τα μαθήματα στο ΙΕΚ στην Κηφισιά, τα οποία ξεκινούσαν μεσημέρι και τελείωναν αργά το απόγευμα. Προσπάθησα να πετύχω ένα μίνιμουμ διαλόγου με τη Χριστίνα που έμοιαζε όμως έξαλλη μαζί μου. Το παράξενο βέβαια θα ήταν να μην ένιωθε έτσι αφού το άλλοτε αγαπημένο μου ταίρι λάμβανε από μένα αδιαφορία, σεξουαλική ανεπάρκεια, αβάσταχτη ρουτίνα και είχε καταντήσει ένα βαρίδι στη ζωή μου λόγω περισσότερο κεκτημένης ταχύτητας-το «πλοίο» της σχέσης μας ταξίδευε ακυβέρνητο εδώ και αρκετά χρόνια και απλώς από τύχη δεν είχε προσαράξει στα αβαθή μέχρι τότε.

Απ’ ό,τι καταλάβαινα η Χριστίνα θεωρούσε ότι η επαγγελματική μου δραστηριότητα περιοριζόταν σε κάποια αραιά τηλεφωνήματα σε ορισμένους πλήρως αδιάφορους γνωστούς που, ούτως ή άλλως, δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. Χάρηκε ελάχιστα με τα σεμινάρια που έκανα γιατί δεν το υπολόγιζε για πραγματική δουλειά-εν μέρει είχε δίκιο… Και αφού μπήκαμε για τα καλά στην άνοιξη του 1999, είδα ξαφνικά μια αγγελία από μια διαφημιστική στη Βασ. Σοφίας που ζητούσαν-υποτίθεται-διευθυντή μάρκετινγκ. Προβληματίστηκα ασφαλώς από το γεγονός ότι ζητούσαν ελάχιστα τυπικά προσόντα που μέχρι κι εγώ με τις παρατημένες ξένες γλώσσες και τις ανύπαρκτες δεξιότητες στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές θα μπορούσα να καλύψω. Πέρασα από μια τυπική συνέντευξη και αντιλήφθηκα πως στην πραγματικότητα ζητούσαν κειμενογράφο. Με υποψίασε φυσικά η παραπλανητική τους διαφήμιση αλλά έτσι κι αλλιώς οι εναλλακτικές μου λύσεις απλώς δεν υπήρχαν. Ο μισθός μου προσδιορίστηκε στις 100.000 δρχ τον μήνα αλλά με πρόσληψη ως ελεύθερος επαγγελματίας, που απαιτούσε ένα σωρό χαρτιά, χρόνο και πληρωμές από μέρους μου.

Κι έτσι, τον Μάιο του 1999 η Χριστίνα, μελιστάλακτη περιέργως, με κάλεσε στο κινητό μου και κόντεψε να τρελαθεί από τη χαρά της που-επιτέλους-βρισκόμουν πίσω από ένα γραφείο σε μια φαινομενικά φυσιολογική δουλειά. Αφού είχα πάρει για τα καλά μπρος, βρήκα, για επιπλέον εισόδημα, και μια δεύτερη εργασία σε μια τοπική εφημερίδα του Αμαρουσίου, καλύπτοντας ως επί το πλείστον τα… θυελλώδη δημοτικά συμβούλια στον Δήμο Μελισσίων. Πλέον το «Χριστινάκι» έδειχνε ενθουσιασμένο όσο ποτέ άλλοτε, αφού ο πρώην «τεμπέλης» αρραβωνιαστικός της δεν είχε πια μία αλλά δυο δουλειές. Τα πράγματα όμως δεν θα αργούσαν να πάρουν και πάλι μια δυσάρεστη και αναπάντεχη τροπή. (συνεχίζεται)

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ