Ηταν χειμώνας του 1989 όταν αποφάσισα να πάω μια βόλτα πεζή γύρω από το σπίτι μου για να πάρω τον αέρα μου. Μου κίνησε την προσοχή ένας συναγερμός αυτοκινήτου που ακούστηκε από την απέναντι πολυκατοικία. Δεν λάθεψα. Προερχόταν από τη Mercedes μιας γνωστής μου οικογένειας, μόνο που ο ξανθός, νεαρός άνδρας που παρατηρούσα στη μισάνοιχτη πόρτα ήταν ένα άγνωστο εντελώς σε μένα πρόσωπο. Συνέχισα να παρατηρώ τους δύο (τελικά) δράστες να ανοίγουν διαδοχικά αυτοκίνητα στην πυλωτή της πολυκατοικίας, ενώ κατάφεραν να ξεκλειδώσουν και μια μηχανή μεγάλου κυβισμού. Είχαν παρκάρει ένα Mini Cooper σε παρακείμενο στενό. Ο ένας κάθισε στη θέση του οδηγού, ο άλλος καβάλησε τη μηχανή και εξαφανίστηκαν. Ωστόσο, πρόλαβα να κρατήσω την πινακίδα του αυτοκινήτου και ειδοποίησα την αστυνομία. Ταυτόχρονα χτύπησα-αν και περασμένη ώρα-ορισμένα (συγκεκριμένα) κουδούνια στην πολυκατοικία για να ενημερώσω τους κατόχους των παραβιασμένων Ι.Χ. και τον ιδιοκτήτη της μοτοσικλέτας.

Η αστυνομία, με σοβαρότερο στοιχείο το αυτοκίνητο, προχώρησε σε συλλήψεις, ενώ με φώναξαν και μερικές φορές για κατάθεση. Υστερα από κάμποσους μήνες με κάλεσαν στο δικαστήριο που θα δικάζονταν οι φερόμενοι ως δράστες. Στην αρχή μαρτύρησαν οι ιδιοκτήτες μηχανής και αυτοκινήτων και στη συνέχεια ήρθε η σειρά μου. Ξετύλιξα την υπόθεση με όσες περισσότερες λεπτομέρειες θυμόμουν, περιγράφοντας τα γεγονότα με χρονολογική σειρά. Μέχρι την ώρα που πήρε τον λόγο ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων και αναφέρθηκε σε μένα με τα πιο κολακευτικά λόγια («ο ιδιαίτερης μνήμης και ευφυίας μάρτυρας που δεν μου αφήνει πολλά περιθώρια»), ποτέ μέχρι τότε-και με μοναδική εξαίρεση τον παιδοψυχίατρο που με παρακολουθούσε –δεν είχα ακούσει μια καλή κουβέντα για το μυαλό μου και διάφορες ικανότητές μου (μνήμη, φαντασία, δημιουργικότητα). Ακόμη και όταν ο ψυχίατρος με είχε παραινέσει να δώσω εξετάσεις στα τεστ τής MENSA, θεωρούσα την υψηλή νοημοσύνη ως κάτι που δεν έχει αντίκτυπο στη (δικιά μου) καθημερινότητα, δεν την υπολόγιζα στα όπλα μου και ήμουν βαθιά πεισμένος ότι δεν θα χρησίμευε στη ζωή μου πουθενά, αφού εγώ εκλάμβανα τα εξωτερικά ερεθίσματα ως… συμμάχους του άγχους, της ανασφάλειας και του ψυχαναγκασμού που ως τότε ήταν οι αναγκαστικοί σύντροφοί μου στο μακρύ ταξίδι της ζωής. Θα χρειαζόταν ακόμη ένας πρόλογός μου σε ομιλία πολιτικού στο σπίτι μου, για τον οποίον μου είπαν πως έκανα θραύση, για να αρχίζω σιγά-σιγά αλλά σταθερά να παίρνω ανάσες αυτοπεποίθησης και να εκτιμώ-εγώ πρώτος απ’ όλους-τις αδιαμφισβήτητες ικανότητές μου.

Από εκείνη τη μέρα στο δικαστήριο που ο δικηγόρος μού έπλεξε το εγκώμιο τον είδα αρκετές φορές στο Κολωνάκι. Και κάθε φορά που τον έβλεπα με πλησίαζε και μου έτεινε το χέρι για θερμή χειραψία. Ηταν ίσως ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε πραγματικά στην προσωπικότητα και στις δυνατότητές μου. Θα τον ευχαριστώ για πάντα. Ας είναι καλά όπου κι αν βρίσκεται…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ