Τα σχόλια για τα αραιά (πια) μαλλιά μου πυκνώνουν και ακούγονται πλέον με καταιγιστικούς ρυθμούς. «Σου πέφτουν τα μαλλιά…», «Χάνεις τα μαλλιά σου…», «Θα κάνεις φαλάκρα…» είναι μερικά απ’ αυτά με το χειρότερο πάντως να έρχεται από τη (λίγων μηνών) και καθόλου διακριτική φίλη μου κηφισιώτισσα Αναστασία: «Πω, πω, εδώ πίσω δεν έχεις καθόλου μαλλιά…». Δεν πίστευα πως τα σχόλια ήταν κακοπροαίρετα και είμαι σίγουρος πως δεν θα εκστομίζονταν αν οι φίλοι και γνωστοί μου αντιλαμβάνονταν το μέγεθος της τεράστιας ζημιάς στην ψυχολογία μου, την καταβαράθρωση της αυτοπεποίθησής μου και την επίταση του ενοχλητικού μου άγχους, το οποίο κάλυπτε εκείνη την εποχή κάθε ενδιαφέρον, κάθε χόμπι και κάθε δραστηριότητα. Κοιμόμουν και ξύπναγα με τον εφιάλτη των μαλλιών. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο που να μου τραβήξει την προσοχή. Και ζούσα όλα αυτά χωρίς να μπορώ να μιλήσω ανοιχτά για το πρόβλημά μου σε κανέναν…

Μια βαριά θλίψη και μια απέραντη μελαγχολία κάλυψαν όλο μου το είναι-έφθασα στα όρια της απελπισίας και της απόγνωσης. Ο παιδοψυχίατρος που πέρασε μαζί μου όλες τις εφηβικές ανησυχίες και τον άφησα παλιότερα να διεισδύσει στο Σκοτάδι έμοιαζε σαν κάποια λύση. Αλλά κι αυτός δεν μπόρεσε να βοηθήσει περισσότερο, πέρα από ορισμένα παρηγορητικά λόγια… Στο διαμερισματάκι που νοικιάζαμε πάνω από το λιμάνι της Ραφήνας έγινε το προσωρινό μου καταφύγιο. Οι γονείς μου σηκώνονταν το πρωί και πήγαιναν για μπάνιο, αφήνοντάς με μέσα στις μαύρες σκέψεις μου και την αβάσταχτη στεναχώρια. Το βράδυ οι λιγοστοί φίλοι μου με έπαιρναν να βγούμε έξω αλλά και γι’ αυτούς υπήρχε μια μόνιμη δικαιολογία: «Εχω δουλειά». Εν τω μεταξύ είχα ανακαλύψει μερικά τρικ για να κρύβω το πρόβλημά μου: Επιανα την κοτσίδα ψηλά για να μη φαίνεται το άνοιγμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Ακόμη είχα αρκετά μαλλιά-παρά την αραίωση-για να μην παρατηρούν το πρόβλημά μου.

Η ανάγκη μου να πιαστώ από κάποιο (τυχαίο) ευχάριστο μήνυμα γιγαντωνόταν. Ενας δερματολόγος διαπίστωσε σοβαρή έλλειψη σιδήρου και μου προσέφερε μια προσωρινή αλλά ανακουφιστική για τη διάθεσή μου ηρεμία. Μια φωτογραφία του πατέρα της μητέρας μου με πυκνά μαλλιά πάνω από τα 40 του χρόνια μού έδωσε λίγη χαρά που κράτησε κάποιες ώρες. Καταλάβαινα βέβαια και ο ίδιος πως είχα περάσει στο επίπεδο της άρνησης. Ενώ όλα έδειχναν ανδρογενετική αλωπεκία, εγώ έψαχνα να βρω σε βιβλία και άλλες πηγές κάτι που θα αποδείκνυε ότι δεν υπήρχε κληρονομικό πρόβλημα στην περίπτωσή μου. Εφθασα σε σημείο να αναφέρω σε κάποιον (ακόμα) γιατρό ότι εγώ, σε αντίθεση με τους άλλους άνδρες που έχαναν την κόμη τους, δεν είδα τρίχες στην μπανιέρα ούτε πουθενά αλλού. Ενα οπωσδήποτε ανόητο επιχείρημα, αφού δεν μπορεί οι τρίχες μου να είχαν κάνει φτερά. Το ζεστό μεσημέρι μιας καλοκαιρινής μέρας συνέλαβα τον εαυτό μου να συλλογίζεται πώς άραγε θα ήταν η κατάσταση την επόμενη χρονιά, το άλλο καλοκαίρι; Πού αλήθεια θα βρισκόμουν; Και πώς θα είχα αντιμετωπίσει το δυσεπίλυτο πρόβλημά μου; Και εκείνες τις μέρες φούντωνε μέσα μου ένας υπερβάλλων αυτοκτονικός ιδεασμός: Δεν ήθελα να ζήσω το υπόλοιπο της ζωής μου φαλακρός. Δεν έπρεπε να συμβεί αυτό σε μένα. Δεν υπήρχε οικογενειακή προδιάθεση. Η ζωή χωρίς μαλλιά από τα 22-23 μου χρόνια δεν είχε νόημα. Αυτές τις τραγικές ώρες που βρισκόμουν σε πρωτοφανές αδιέξοδο πρόσμενα σε κάποιο θαύμα. Σε κάτι που θα άλλαζε άρδην την κατάσταση. Κι έτσι σαν βάλσαμο άκουσα στις ειδήσεις πως οι επιστήμονες είχαν φθάσει κοντά στην ανακάλυψη ενός καινούργιου, αποτελεσματικού φαρμάκου που αναζωογονούσε τα μαλλιά. Αλλά θα έπρεπε να περιμένω περίπου μια δεκαετία για να διατεθεί στην αγορά. Και ο χρόνος μου λιγόστευε…

Ρένος Μπαλής