Το καλοκαίρι του 1990, εκείνο που πίστευα πως θα ήταν των ονείρων μου, ζούσα τον τρομακτικό εφιάλτη της φαλάκρας και, το χειρότερο, τον ζούσα… ξύπνιος. Κάποιοι συγγενείς και φίλοι, οι ελάχιστοι που γνώριζαν το πρόβλημα στις τραγικές διαστάσεις του, επιχειρούσαν μάταια να με παρηγορήσουν. Κάτι αστεία επιχειρήματα του στυλ «Ο Γιουλ Μπρύνερ ήταν γοητευτικός χωρίς μαλλιά» μόνο σαν κακόγουστο ανέκδοτο μπορούσα να τα εκλάβω.

Δεν θυμάμαι πώς, αλλά επισκέφθηκα έναν ακόμη δερματολόγο που εργαζόταν στο νοσοκομείο «Α. Συγγρός». Αυτός, αφού παρατήρησε για λίγο το τριχωτό της κεφαλής μου, μου έδωσε μια νότα αισιοδοξίας: «Εντάξει, αραιώνουν τα μαλλιά σου, αλλά γιατί πιστεύεις πως θα κάνεις φαλάκρα;». Ηταν η πρώτη φορά μετά από μήνες ολόκληρους που ένα λογικό επιχείρημα ερχόταν να απαλύνει λίγο τον αβάσταχτο πόνο μου και τη συνακόλουθη ανυπόφορη δυσφορία. Κάτι που μέχρι τότε δεν είχα συνειδητοποιήσει. Με προέτρεψε μάλιστα να κάνω αμέσως μια εξέταση στο νοσοκομείο σχετικά με την ποιότητα των μαλλιών μου, μια εξέταση που μπορούσε να δείξει αν θα έχανα τις τρίχες μου τελικώς. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του δερματολόγου, τριάντα χρόνια πριν, όλοι οι άνθρωποι εμφανίζουν ένα ποσοστό των τριχών τους που ονομάζονται «τελογενείς» και σε ανθρώπους που έχουν φυσιολογικά μαλλιά αυτές έφθαναν το 20%. Υπήρχαν και κάποιες άλλες τρίχες, οι δυσπλαστικές, που λογικά αναμενόταν να πέσουν αλλά όχι από κληρονομική διάθεση: εξαιτίας του άγχους, της ταλαιπωρίας των μαλλιών κ.ά. Οι τρίχες που δεν θα έπεφταν ανέρχονταν στο 80% του τριχωτού και λέγονταν αναγενείς. Επιτέλους έβρισκα ένα τεστ που θα μου έδειχνε την αλήθεια δίχως διαστρεβλώσεις…

Μια μέρα ξύπνησα με ένα καλό προαίσθημα και πήγα να πάρω τα αποτελέσματα. Αλλά ο γιατρός αυτή τη φορά ήταν σκεπτικός και προβληματισμένος: «Να, όπως βλέπουμε εδώ, οι τελογενείς τρίχες σου αγγίζουν το 53%, οπότε είναι αναμενόμενο να χάσεις μεγάλο μέρος των μαλλιών σου ακόμη». Και όλα αυτά τη στιγμή που ήδη είχα απολέσει τα μισά μου μαλλιά… Υστερα από αυτή τη συνάντηση δεν θυμάμαι απολύτως τίποτα. Οι φόβοι μου επιβεβαιώνονταν στο ακέραιο και διέψευδαν όλους αυτούς που θεωρούσαν πως έχω… παλαβώσει (γιατί υπήρχαν και τέτοιοι). Η μοναδική ανάμνηση που έχω από εκείνη τη μέρα-έπειτα από τη διάγνωση-ήταν ότι μπήκα σε ένα ταξί με… φαλακρό αλλά ηλικιωμένο ταξιτζή που με άφησε στο σπίτι μου. Δεν μπορώ να σας περιγράψω τις σκηνές απελπισίας που διαδραματίσθηκαν εκεί: Εγώ, κλαίγοντας και πετώντας πράγματα μέσα σε μια κρίση απόγνωσης και έντονου θυμού κουνούσα τα χαρτιά με τα αποτελέσματα νευρικός και ούρλιαζα για την κακή μου μοίρα και την άτιμη την τύχη μου που μου είχε παίξει ένα τέτοιο σκληρό και άκαρδο παιχνίδι στην τρυφερή ηλικία των 21 ετών μου… Ξέχασα να σας αναφέρω πως ο γιατρός μού έδωσε και ένα καφετί μπουκάλι με κάποιο άγνωστο υγρό για να βάζω στο κεφάλι μου. Δεν το χρησιμοποίησα ποτέ. Και τις επόμενες ημέρες έμεινα μόνος με τις σκέψεις μου να καταριέμαι το… ριζικό μου, να φωνάζω στους γονείς μου για την κληρονομικότητα και να βρίσκομαι στα όρια πλέον της παράνοιας. Θα μπορούσε άραγε κανένας να με βοηθήσει στην επίλυση αυτού του τεράστιου προβλήματος; Χρειαζόμουν ένα θαύμα. Ενα θαύμα που τελικά συνέβη από το πουθενά, ένα θαύμα που χρειαζόμουν όσο τίποτε άλλο, ένα τελευταίο ανάχωμα στις σκέψεις για το… απονενοημένο διάβημα.

Ρένος Μπαλής