Την Αντιγόνη τη γνώρισα εν έτει 1994, οπότε ο πατέρας της ήταν συνυποψήφιός μου στις δημοτικές εκλογές (στο ίδιο ψηφοδέλτιο-αχταρμά που μπορεί πράγματι να ήταν πολυκομματικό αλλά αποτελείτο από ετερόκλητα άτομα που δεν έμοιαζαν σε τίποτα μεταξύ τους). Κάποια στιγμή που αδυνατώ να θυμηθώ βρήκα τυχαία την Αντιγόνη στο δρόμο και με κάλεσε για καφέ στο φιλόξενο-ομολογουμένως-σπίτι της. Οι εμφανίσεις μου εκεί από σποραδικές έγιναν σιγά-σιγά καθημερινές και στο τέλος αποτελούσε… είδηση αν δεν πήγαινα μια μέρα. Το ανοιχτό στον κόσμο της σπίτι η ώρα προσέλευσης ήταν στις 13.00, την ώρα δηλαδή που άλλοι συνομήλικοί μου ολοκλήρωναν την εργασία τους. Αλλωστε, τα ξενύχτια μου με τον «ξανθό Γκαστόνε» έφερναν το πρωινό ξύπνημα γύρω στις 11.00…

Στο σπίτι της Αντιγόνης ζούσα τη ζωή του συνταξιούχου: διάφοροι αργόσχολοι και απόμαχοι της ζωής, σχεδόν όλοι μεγαλύτεροί μου, τελειώνοντας το πρωί τις δουλειές τους, απολάμβαναν εκεί το καφεδάκι τους. Το μόνο δημιουργικό που έκανα εκείνη την περίοδο ήταν η παρακολούθηση ορισμένων μαθημάτων στη σχολή μου, αλλά όχι στα τεράστια αμφιθέατρα αλλά στη… στενάχωρη αίθουσα παραδόσεων στα γραφεία των καθηγητών. Οι γονείς της Αντιγόνης είχαν όμορφο παρουσιαστικό αλλά η κόρη τους δεν πήρε τα καλύτερα γονίδια: έτσι δεν την είδα ποτέ ερωτικά και αναλωνόμασταν σε συζητήσεις για κοπέλες που με ενδιέφεραν. Ηταν το διάστημα εκείνο που, ενώ είχα σταθερό δεσμό, η αυτοεκτίμησή μου στο θέμα των γυναικών βρισκόταν στα… τάρταρα! Αντικείμενα του ενδιαφέροντός μου συνήθως ήταν σερβιτόρες και μπαρ-γούμεν και σχεδόν ποτέ επιστήμονες ή κοπέλες με πνευματική καλλιέργεια που ασφαλώς θα μου ταίριαζαν περισσότερο. Η Αντιγόνη είχε λίγα πράγματα να μου πει για την ερωτική της ζωή. Η μητέρα της, προερχόμενη από χωριό με ό,τι συνεπαγόταν αυτό, έβλεπε τα χρόνια να περνούν και η κόρη της να είναι μόνη. Την όλη δυσάρεστη κατάσταση επέτεινε το γεγονός πως η συντριπτική πλειοψηφία των φιλενάδων της ήταν ευπαρουσίαστες και με τον καιρό δεσμεύτηκαν όλες.

Αλλά ο «καφές στην Αντιγόνη» που έγινε συνήθεια και αστείο μεταξύ μας κάθε άλλο παρά βοηθούσε τις επαγγελματικές μου αναζητήσεις. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι περίπου μια φορά κάθε δύο εβδομάδες έπαιρνα τηλέφωνο έναν φίλο του πατέρα μου που είχε ορισμένες άκρες στη δημοσιογραφία και ειδικότερα στην ΕΣΗΕΑ για να τον ρωτήσω πότε θα άρχιζαν κάποια σεμινάρια-νομίζω με αμοιβή. Ετσι, ουσιαστικά προσπαθούσα να βρω δουλειά σπαταλώντας τρία λεπτά στις 14 μέρες!!!

Η Αντιγόνη βρισκόταν κι εκείνη σε αναζήτηση εργασίας όχι με τον σωστό αλλά σίγουρα με πιο αποτελεσματικό και συστηματικό τρόπο. Φυσικά δεν έλειπαν οι προσεγγίσεις φιλικών προσώπων και η αγωνία των γονιών της για δουλειά στο δημόσιο. Τις ατελείωτες ώρες που έπινα καφέ στην Αντιγόνη όλοι οι φίλοι και γνωστοί μου ολοκλήρωναν σπουδές σε πανεπιστήμια, έπαιρναν πτυχία στις ξένες γλώσσες, εξοικειώνονταν με τους υπολογιστές και με δυο λόγια αύξαναν διαρκώς τα τυπικά προσόντα τους ή, ακόμη καλύτερα, ξεκινούσαν στα 25 να δουλεύουν ή και να παντρεύονται ακόμα. Σε αντίθεση με την τελευταία πρόταση τα πρώην «πεθερικά» μου μάθαιναν για την ανυπαρξία προσπάθειας από την πλευρά μου να βρω δουλειά και με θεωρούσαν σίγουρα έναν εν δυνάμει τεμπέλη που σπαταλούσε τον χρόνο της κόρης τους που μεγάλωνε μαζί με τα χρόνια του πολυετούς δεσμού μας. Εγώ ζούσα σε μόνιμες… διακοπές με το χαρτζιλίκι των γονιών μου, κάτι που ασφαλώς αργότερα θα το πλήρωνα πολύ ακριβά. Η βιολογική μου ηλικία ήταν 25-26 ετών αλλά η ωριμότητά μου ήταν ίδια και απαράλλαχτη με ενός εφήβου 15 χρόνων που δεν γνώριζε τι ήθελε να κάνει στη ζωή του, που ζούσε σε έναν βαλτωμένο δεσμό (που ουσιαστικά είχε τελειώσει-τουλάχιστον από τη δική μου πλευρά) και δεν αντιλαμβανόταν πώς περνούσαν με αυτόν τον άχαρο τρόπο τα καλύτερά μου χρόνια…

Αλλά η ζωή αντάμειψε την Αντιγόνη και τελικώς κατέστρεψε εμένα. Η φίλη μου σταθεροποιήθηκε σε μια δουλειά, στην οποία και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά της ιεραρχίας αθόρυβα αλλά αποφασιστικά. Δεν ξέρω αν ήταν γραφτό, αλλά σύντομα η Αντιγόνη θα ανέβαινε και τα σκαλιά της… εκκλησίας. Υστερα από επίμονες προσπάθειες, έπειτα από ατελείωτη υπομονή, η καλή μου φίλη βρήκε τον άνδρα των ονείρων της, παντρεύτηκαν και έχουν ένα πανέμορφο αγοράκι, με τους γονείς της να πετούν-δικαιολογημένα-από τη χαρά τους.

Κάποτε η μητέρα της Αντιγόνης μού είπε κρυφά πως όταν με το καλό αποκατασταθώ να μην ξεχάσω την κόρη της και να συνεχίσω να κάνω παρέα μαζί της. Ποιος να μου το έλεγε εκείνη τη στιγμή ότι εγώ θα έβρισκα μια δουλειά που σιχαινόμουνα και θα παρέμενα μόνος μου μετά τον χωρισμό από τη γυναίκα μου. Η ζωή, πιστεύω, έδωσε στον καθένα μας αυτό που άξιζε. Καμιά φορά σκέφτομαι να επισκεφθώ τη μητέρα της και να της ζητήσω να μου κάνει παρέα η Αντιγόνη και ο σύζυγός της αφού άλλοι φίλοι και γνωστοί δεν φαίνεται προς το παρόν να υπάρχουν…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ