Επιστρέφω στα τέλη της δεκαετίας του ’80: Παρέα μόνιμη με τον Γιάννη, επονομαζόμενο και «Ξανθό Γκαστόνε». Η περιπέτεια των Αναβρύτων είχε γίνει ήδη παρελθόν, είχα πετύχει στις Πανελλαδικές στο Πάντειο αλλά ήθελα το Πολιτικό της Νομικής. Τελικά τα κατάφερα να μπω κι εκεί αλλά η κεφάτη παρέα του Γιάννη δεν με άφηνε να παρακολουθήσω-κι εγώ άλλο που δεν ήθελα…

Πολλές φορές μπήκαμε με το φιλαράκι μου στο λεωφορείο που πήγαινε προς το κέντρο: Το σενάριο ήταν να πάει αυτός για καφέ κι εγώ στη σχολή αλλά σχεδόν πάντοτε καταλήγαμε να πίνουμε καφέ στο πιο «ιν» στέκι του Κολωνακίου. Οσες προσπάθειες κι αν κατέβαλα, αδυνατώ να θυμηθώ το όνομά του. Εκεί χαζολογούσαν τα πρωινά (μετά τις 12) όλοι οι ξενύχτηδες πληκτικοί τύποι γιοι νεόπλουτων, όλα τα βουτυρόπαιδα των βορείων προαστίων. Εκεί ο Γιάννης ένιωθε σαν στο σπίτι του αλλά εγώ με τη μηδαμινή αυτοεκτίμηση έβρισκα τουλάχιστον άβολη αυτή τη διασκέδαση. Ποτέ στο Κολωνάκι δεν συνέβη τίποτα το σημαντικό που αξίζει να σας περιγράψω. Αλλά τα βράδια; Τότε ήταν που περνούσαμε αξέχαστες στιγμές, όσο μπορούν να νιώθουν καλά δυο μπακούρια που επιζητούσαν με ζήλο να μπουν στο κλαμπ της αρεσκείας τους. Κι αυτό το κλαμπ ήταν ο-αλήστου μνήμης-Ειρηνικός. Με τον Γιάννη είχαμε κάτι κοινό: απεχθανόμασταν τα μπουζούκια και πηγαίναμε στον «Ειρηνικό» ακριβώς για να μην τα ακούμε (έπαιζε διάφορα είδη ξένης μουσικής). Ο «Ξανθός Γκαστόνε» είχε γνωριμίες αλλά δεν έφθαναν για να παραμερίσουμε τους απειλητικούς πορτιέρηδες, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα.

Η μόνη λύση ήταν να προχωρήσουμε περίπου ένα χιλιόμετρο παράλληλα με τη θάλασσα, να… πηδήξουμε τον φράκτη και να μπούμε-περνώντας έναν σωρό μέρη-από πίσω, δηλαδή την παραλία. Στον δρόμο μας που σαν καταδρομείς περνούσαμε μέσα από κλαδιά και χορτάρια βρισκόταν ο «Αστέρας» το ΠΙΚΠΑ κ.ά. Οταν η τύχη μας στέρεψε, ένας επιστάτης του «Αστέρα» μας έκανε τσακωτούς και μας οδήγησε στη ρεσεψιόν. Η περιπέτεια είχε αίσιο τέλος και μας άφησαν με την προειδοποίηση πως αν συνέβαινε κάτι το βράδυ, είχαν από τις ταυτότητες όλα τα στοιχεία μας… Κάποια άλλη φορά πήραμε μαζί και τον πρώην συμμαθητή μου στα Ανάβρυτα, τον Χρήστο, και χωρίς απρόοπτα βγήκαμε στο πίσω μέρος του «Ειρηνικού». Εκεί όμως μας περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη: υπήρχαν πορτιέρηδες και στην πίσω πλευρά, γιατί φαίνεται πως τη λαμπρή μας ιδέα τη μοιραζόμασταν, άθελά μας, με άλλους. Θυμάμαι τη φωνή ενός γεροδεμένου τύπου: «Πιάσε αυτούς τους τρεις». Ο Γιάννης, μανούλα καημένη σε τέτοιες περιπτώσεις με το αδιανόητο θράσος του, έσπρωξε το χέρι του πορτιέρη που του έκοβε τον δρόμο, είπε κάπως αόριστα «ήμασταν μέσα» και μπήκε. Κι εμείς; Κάθε ελπίδα μας έσβησε όταν ο Χρήστος είχε τη φαεινή ιδέα να πει: «Ψάχνουμε κάποιον Νίκο!!!». Με ευγενικό τρόπο μάς έβγαλαν από την μπροστινή είσοδο, όπου τουλάχιστον ήταν πράγματι ο Νίκος που ψάχναμε και μπήκαμε (νόμιμα πια).

Υπάρχει και ένα ακόμη περιστατικό που δεν περιλαμβάνει τον Γιάννη αλλά όσα μου… δίδαξε. Στις Σπέτσες, το πιο κυριλέ μαγαζί του νησιού ήταν πραγματικό άβατο για μένα και την παρέα μου. Ετσι, έπρεπε, έστω για λίγο, να μιμηθώ τον Γιάννη. Πλησίασα με θράσος τον πορτιέρη και του ζήτησα να μπω για πέντε λεπτά μέσα για να βρω δήθεν έναν φίλο. Αυτός με άφησε κι εγώ κατευθύνθηκα στην πίσω πόρτα όπου και ζήτησα από τον άλλον πορτιέρη να βγω λίγο έξω και να μην ξεχάσει το πρόσωπό μου. Πήρα το Ο.Κ., βγήκα και γύρισα ξανά στην μπροστινή πόρτα, κόβοντας δυο-τρεις βόλτες για να με δει ο πορτιέρης της κύριας εισόδου. Επειτα, έκανα πως έφευγα για να επιστρέψω στο μαγαζί από την πίσω πόρτα που γνώριζαν ότι ήμουν μέσα και δεν φαντάζονταν τι είχε συμβεί μπροστά αφού ο πίσω πορτιέρης με αναγνώρισε ως τον άνθρωπο που ήταν μέσα και βγήκε για λίγο έξω…

Περισσότερα από 30 χρόνια μεσολάβησαν. Στην πορεία αποκτήσαμε λεφτά και γνωριμίες και έπαψαν να μας… απειλούν οι άγριοι πορτιέρηδες. Με το κατάλληλο πουρμπουάρ στον εκάστοτε μετρ εξασφαλίζαμε όχι μόνο την είσοδό μας αλλά και τα καλύτερα τραπέζια. Αλλά τα καρδιοχτύπια της εισόδου δεν μπόρεσα να τα ξεχάσω ποτέ…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ