Η στρατιωτική μου θητεία ολοκληρώθηκε ανέμελα. Εγινα οδηγός, υπηρέτησα τη θητεία μου στην Αθήνα και δεν συνέβη τίποτα το απρόοπτο, αν και περίπου στο μέσο της θητείας μου είχαμε αλλαγή κυβέρνησης. Ημουν ο σοφέρ του υποδιευθυντή του Μετοχικού Ταμείου Ναυτικού (αρχιπλοίαρχος), κατόπιν του διευθυντή (υποναύαρχος), του προέδρου (αντιναύαρχος ε.α.), του καινούργιου διευθυντή (υποναύαρχος) και… τέλος.

Ανήμερα τον 15Αύγουστο του 1994 πήρα στα χέρια μου το πολυπόθητο απολυτήριο, πήγα στην Κλαυθμώνος να αφήσω ένα τελευταίο χαρτί και αποχώρησα. Το καλοκαιρινό πρόγραμμα προέβλεπε Τζια, πήγαμε με τη Χριστίνα στον φίλο μου τον Γιάννη, καθίσαμε καμιά δεκαριά μέρες και επιστρέψαμε. Είχε έρθει η ώρα των μεγάλων αποφάσεων αφού πια είχα κλείσει τα 25 και είχα ξεμπερδέψει με το Ναυτικό. Αλλά ήμουν ακόμη ο Ρένος της ανωριμότητας, χωρίς σαφείς επαγγελματικές προοπτικές και μια θολούρα στο μυαλό που ακόμη με έβλεπε πρωταθλητή στο τένις-παρά την προχωρημένη ηλικία μου για το άθλημα-και άντε να συμβιβαζόμουν με το επάγγελμα του ηθοποιού ή του τραγουδιστή, κάτι που ανέφερα και στους γονείς μου όταν με ρώτησαν σχετικά στο διαμερισματάκι της Ραφήνας και το μπαλκόνι με τη φανταστική θέα. Καθόλου προσγειωμένος, χαμένος σε παλιές, ξεπερασμένες φιλοδοξίες, με μια σημαντική περιουσία που έναν χρόνο αργότερα θα ερχόταν και στα χέρια μου, την οποία ποτέ δεν εκτίμησα και δεν πίστεψα πως θα γινόταν εύκολα το εφαλτήριο για τα όνειρά μου…

Την ίδια χρονική στιγμή οι φίλοι και οι συνομήλικοί μου προχωρούσαν αταλάντευτα προς τους θεμιτούς στόχους που είχαν θέσει, μάζευαν πτυχία, διπλώματα ξένων γλωσσών, μεταπτυχιακά και διδακτορικά-άλλοι στην Ελλάδα και ορισμένοι στο εξωτερικό. Κι εγώ; Αποφάσισα, έτσι δίχως σχέδιο, να βάλω υποψηφιότητα για δημοτικός σύμβουλος λιγότερο από έναν μήνα πριν την ημερομηνία των εκλογών, χωρίς καμιά πιθανότητα επιτυχίας και να μαζέψω τελικά 138 ψήφους αν δεν με απατάει η μνήμη μου…

Και κάπως έτσι κατέληξα στο στεγνοκαθαριστήριο

Το μόνο που αποκόμισα από την προεκλογική περίοδο ήταν μια καινούργια φίλη μου η Ντίνα, λίγο μεγαλύτερή μου, την οποία δεν είδα ποτέ ερωτικά. Η Ντίνα ήταν η ιδιοκτήτρια του καθαριστηρίου κι εγώ σπαταλούσα απεριόριστο χρόνο και τα καλύτερά μου χρόνια στο να πηγαίνω τα πρωινά και να κάθομαι κανένα δίωρο στο μαγαζί της, πιάνοντας την κουβέντα πίσω από καλοσιδερωμένα σακάκια και γυναικεία φορέματα όλων των αποχρώσεων. Η πρώτη ερώτησα-φαντάζομαι-που θα σας έρθει στο μυαλό είναι τι έβρισκα σε αυτό το πληκτικό σκηνικό και το επαναλάμβανα σε καθημερινή βάση; Ακριβώς αυτό που επιζητούσα: Μια ασφάλεια μέσα στην εξασφαλισμένη ρουτίνα χωρίς απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Τότε, χωρίς την παραμικρή βοήθεια από κάποιον ειδικό, δεν αντιλαμβανόμουν πως αυτό επιθυμούσε ο ψυχαναγκαστικός εαυτός μου. Ενα σταθερό αποκούμπι, ένα απάνεμο λιμάνι. Το μυαλό αφηνόταν ελεύθερο να φαντασιώνεται περίλαμπρες καριέρες και διθυραμβικές εμφανίσεις αλλά το σώμα έμενε καρφωμένο στο βαρετό καθαριστήριο, συζητώντας με την περιστασιακή μου φίλη τετριμμένα πράγματα περί ανέμων και υδάτων.

Σε μια περίοδο που όλοι εργάζονταν για το μέλλον τους, εγώ είχα αφεθεί σε μια θλιβερή μοίρα. Δεν πήγαινα ούτε καν στο πανεπιστήμιο, στο οποίο χρωστούσα δεκάδες μαθήματα. Μα ακόμη και για εκείνα τα όνειρα για λαμπερές σταδιοδρομίες που ο ίδιος είχα εκφράσει προς την οικογένειά μου δεν φρόντιζα να κάνω απολύτως τίποτα. Οι μέρες περνούσαν ανούσια στο καθαριστήριο ρούχων. Ζούσα, χωρίς να το καταλαβαίνω, μια ζωή συνταξιούχου, που έχοντας τακτοποιήσει τις εκκρεμότητές μου στη ζωή και στη δική μου οικογένεια, απολάμβανα ανέμελος και γαλήνιος. Ολο αυτό συνεχίστηκε μέχρι τα Χριστούγεννα. Η μίζερη, καταναγκαστική ζωή μου θα τραβούσε μήνες. Αλλά κάποια στιγμή βαρέθηκα κι εγώ με αυτή την απραξία. Και είχα αποφασίσει το 1995 να αλλάξουν όλα προς το καλύτερο. Ξεκινώντας τουλάχιστον να παρακολουθώ τα μαθήματα στη σχολή. Προσέξτε: Αλλο σπούδαζα, άλλο έλεγα στους δικούς μου πως ήθελα να κάνω, άλλο έκανα και όλα αυτά συνωστίζονταν στο ίδιο κεφάλι. Είχα όμως και μια σοβαρή δικαιολογία: Κανένας δεν μου έδινε να καταλάβω πως επιδρούσαν στην ψυχολογία μου οι περιοριστικές πεποιθήσεις. Θα το μάθαινα πολύ αργότερα, όταν θα πλησίαζα στα… 50!

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ