Οι 34 ημέρες που μείναμε στον Παλάσκα και στον Πόρο πέρασαν γρήγορα και μάλιστα στο νησί του Αργοσαρωνικού είχαμε και τις ρομαντικές μας στιγμές, παρατηρώντας το μαγευτικό ηλιοβασίλεμα από ένα παγκάκι αλλά και τα τυχερά μας, αφού ίδια κληρουχία με μας ήταν και ο Γιάννης Σαββιδάκης που διοργάνωσε δύο λαϊκές βραδιές στο ΚΨΜ.

Και λίγο αργότερα ήρθε το δεύτερο επισκεπτήριο και το τρίτο. Ολο αυτό το διάστημα… προπονούμασταν για την παρέλαση πριν την ορκωμοσία που είχε καθοριστεί στις 19 Οκτωβρίου. Εκείνο το πρωινό δεν θύμιζε σε τίποτα το προχωρημένο φθινόπωρο: Το θερμόμετρο έδειχνε 30 βαθμούς και ήμασταν άτυχοι γιατί αυτή τη μέρα θα αντικαθιστούσαμε την καλοκαιρινή στολή με τη χειμωνιάτικη. Αλλά έπρεπε να αντέξουμε κάτω από τον καυτό ήλιο κι έτσι το πρωινό θύμιζε… Μεγάλη Βρετανίας, με αυγά και μπέικον για όποιον ήθελε. Οι γονείς μου πέρασαν απέναντι από την Τροιζήνα-μέχρι και ντόπιο φωτογράφο είχαν βρει για… αποκλειστικές φωτογραφίες!

Σαν ορκιστήκαμε, υποβληθήκαμε σε μια ακόμη (τελευταία) ταλαιπωρία: Κάποιος έκανε την εξυπνάδα να κλέψει αρκετές από τις ζώνες που φορούσαμε, γι’ αυτό το ομαδικό καψόνι περιλάμβανε κι άλλη παραμονή στο νησί μέχρι να βρεθεί ο δράστης και να φύγουμε… Είχαμε πλέον μια ολόκληρη εβδομάδα στη διάθεσή μας για να χαλαρώσουμε μέχρι την επιστροφή μας στα στρατιωτικά καθήκοντα.

Και η βδομάδα αυτή δεν καταλάβαμε πώς πέρασε. Γυρίσαμε ξανά στον Παλάσκα, όπου θα κάναμε την εκπαίδευση της ειδικότητας. Εγώ ήμουν τεχνίτης πυροβόλου Γ΄, δηλαδή από τους ναύτες που προορίζονταν για ναυτονόμοι. Και ως τέτοιοι επισκεφθήκαμε μια μέρα και το στρατόπεδο των ΟΥΚ για να παρακολουθήσουμε βασικές λαβές και συστήματα εξόντωσης (άοπλου) αντιπάλου. Μας ζήτησαν να γδυθούμε από τη μέση και πάνω και να κάνουμε κάποιους κύκλους, αλλά, αν εξαιρέσεις την ντροπή μου για το κακό και αγύμναστο σώμα μου, δεν το έλεγες και καψόνι…

Δύο εβδομάδες παραμείναμε στου Παλάσκα και, ανακαλύπτοντας εντελώς τυχαία έναν υπαξιωματικό φίλο της οικογένειας, είναι ζήτημα εάν έμεινα δυο βραδιές μέσα… Η μία πάντως ήταν… εφιαλτική, αφού δεν προλάβαμε το βραδινό λόγω των ασκήσεων και πέσαμε θεονήστικοι για ύπνο, ονειρευόμενοι πίτσες και σουβλάκια με άδεια στομάχια…

Μέχρι τώρα σας περιέγραψα μια ανέφελη θητεία που όποιος δεν άντεξε πρέπει να είχε σοβαρό πρόβλημα. Το φαγητό ήταν καλύτερο από του σπιτιού μας, το ΚΨΜ διέθετε από κυλικείο μέχρι τηλεόραση, οι αγγαρείες ήταν ασυνήθιστες και, όποιος προσαρμοζόταν και δεν δημιουργούσε προβλήματα, μπορούσε άνετα να αντεπεξέλθει. Εντάξει, υπήρξαν και στιγμές προσβολής της προσωπικότητάς μας, όπως όταν μας ανέθεσαν να μαζέψουμε όλες τις γόπες σε κάποιο σημείο του στρατοπέδου, την ώρα που αξιωματικοί απολάμβαναν δίχως σκοτούρες το απογευματινό τους ρόφημα, συντροφιά με ωραίες, καλοντυμένες γυναίκες. Αυτό ήταν το θέαμα που βλέπαμε όταν με τις βρώμικες στολές αγγαρείας σκύβαμε στο χώμα για να το απαλλάξουμε από κάθε είδους σκουπιδάκι. Για να δώσω το καλό παράδειγμα, έτρεξα να γεμίσω τη μαύρη σακούλα μέχρι πάνω και να την παραδώσω στον υπεύθυνο, αλλά αντί για συγχαρητήρια πήρα τώρα μια καινούργια σακούλα για να συνεχίσω το μάζεμα…

Η μέρα που περιμέναμε όλοι είχε επιτέλους φθάσει. Θα ενημερωνόμασταν με τα φύλλα πορείας για τις μεταθέσεις μας. Εβλεπες αλλού χαρωπά πρόσωπα και αλλού θλιμμένα, ώσπου άνοιξα το δικό μου χαρτί. Σίγουρος για το ιδιαίτερο μέσο που είχα βάλει, η αλήθεια είναι πως δεν είχα καμιά αγωνία. Αλλά το δυσνόητο χαρτί που κρατούσα έγραφε την ίδια υπηρεσία με αρκετούς άλλους-ένα πολύ κακό σημάδι. Ρώτησα. Η απάντηση ήταν «Σαλαμίνα». Μπορεί σε ορισμένους να μοιάζει καλή αλλά σας πληροφορώ πως ήταν πολύ χειρότερη από κάποια καράβια που ήταν μονίμως αραγμένα στον Ναύσταθμο… Οι ναυτονόμοι στη Σαλαμίνα είχαν δωδεκάωρες βάρδιες την ημέρα (έξι συν έξι ώρες) για να μην προσθέσω τις υπόλοιπες εργασίες. Πέρασα με δυσθυμία απέναντι και μπήκα στον Ναύσταθμο. Εκεί μας περίμενε μια κρύα και κυνική υποδοχή από τους παλιούς που έκαναν (κακόγουστο) χιούμορ λέγοντάς μας πως θα περνάγαμε υπέροχα εκεί-για αρχή μάλιστα θα βάφαμε λευκό έναν τοίχο που δεν ήταν στο οπτικό μας πεδίο πού κατέληγε…

Αργά το απόγευμα επέστρεψα στο σπίτι μου και διηγήθηκα τα γεγονότα στους δικούς μου. Οι σκέψεις για ονειρεμένες θητείες, με δυνατότητα να δίνω μαθήματα στη σχολή, αλλά παράλληλα να ψάχνομαι για τη δουλειά είχαν σβήσει. Ο άνθρωπος-κλειδί δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Κι εγώ ήμουν αποφασισμένος να επιμείνω-όσο επώδυνο κι αν ήταν αυτό-στην αρχική μου απόφαση: ευχάριστη θητεία με αρκετό χρόνο στη διάθεσή μου για τις υπόλοιπες εκκρεμότητες. Τώρα όμως ήταν αργά το βράδυ και τα ξημερώματα έπρεπε να παρουσιαστώ και πάλι στη Σαλαμίνα. Δεν το είχα σκοπό…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ