Το 1992 άφησα πίσω τα τρομακτικά σκοτάδια και ήμουν έτοιμος για το επόμενο βήμα. Αλλά ποιο θα ήταν αυτό; Το πτυχίο που έπρεπε να πάρω εκείνη τη χρονιά αργούσε ακόμη πολύ-μην ξεχνάμε πως έδωσα κανονικά πανελλήνιες εξετάσεις το 1987 και πέτυχα-χωρίς σχεδόν καθόλου φροντιστήριο-στο Πάντειο, στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης αλλά έδωσα και πάλι το 1988 μόνο κοινωνιολογία: αρκούσε το 14 της προηγούμενης χρονιάς να γίνει 17 για να εισαχθώ με άνεση στο Πολιτικό της Νομικής. Μέσα σε όλα αυτά τα ψυχολογικά προβλήματα, με εγνωσμένη αγχώδη ψυχική διαταραχή, τα μαθήματα-αναγκαστικά-πέρασαν σε δεύτερη μοίρα…

Τον Μάρτιο εκείνου του χρόνου ένας πρώην φίλος, αντιλαμβανόμενος την αγάπη μου για τη δημοσιογραφία, με πήγε σε έναν μικρό ραδιοφωνικό σταθμό της Ραφήνας για να κάνω πρακτική εξάσκηση. Ο σταθμός έπιανε μονάχα την Ανατολική Αττική και μέρος των Κυκλάδων. Ηταν περισσότερο αθλητικός και ταίριαζε με τις τεράστιες γνώσεις που είχα εν τω μεταξύ αποκτήσει στον αθλητισμό και ιδιαιτέρως στο ποδόσφαιρο. Ετσι, ανέλαβα με δύο ακόμη συμπαρουσιαστές δύο εβδομαδιαίες εκπομπές: μία κάθε Παρασκευή, προετοιμάζοντας τους φιλάθλους για τους αγώνες του Σαββατοκύριακου, και μία τις Δευτέρες, όπου και ασχολούμαστε με τα αποτελέσματα, κυρίως, των αναμετρήσεων. Υπήρξε και μέρα που αναγκάστηκα να κάνω μόνος μου την εκπομπή και, μη έχοντας τι να πω, αυτοσχεδιάζοντας, έκανα μια αναδρομή στον θεσμό του Κυπέλλου Ελλάδας που ήταν αυτές τις μέρες επίκαιρο. Η αμοιβή μου; Ενα χιλιάρικο (δραχμές) τον μήνα και κάτι κεράσματα από τον ιδιοκτήτη με σουβλάκια!!!

Κι ενώ έκανα τα πρώτα διστακτικά μου βήματα ως αθλητικογράφος και σπίκερ (μετέδιδα και αγώνες της Δ΄ Εθνικής, όπου αγωνιζόταν η Τριγλία Ραφήνας που υποστήριζε με πάθος ο σταθμός), στο μυαλό μου άρχισε να στριφογυρίζει η ιδέα τι θα κάνω με το στρατιωτικό. Θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί σας: Ποτέ δεν ζήτησα τίποτα από κανέναν εκτός από την εποχή του Πολεμικού Ναυτικού. Το κόμμα που υποστήριζα τόσα χρόνια με αφοσίωση ήταν-επιτέλους-στην εξουσία και βρέθηκε σε θέση κλειδί ένας άνθρωπος που ήταν κάτι περισσότερο από φίλος. Αναρωτιόμουν λοιπόν μήπως έπρεπε να κόψω την αναβολή λόγω σπουδών και να παρουσιαστώ. Σκέφθηκα πως δεν θα έβρισκα ξανά τέτοια ευκαιρία-άλλωστε στις 31/12/1993 έληγε ούτως ή άλλως η αναβολή μου. Και κίνησα τη διαδικασία. Οπότε κάποια στιγμή το καλοκαίρι του 1992 ήρθε ένα χαρτί που με καλούσε να παρουσιαστώ στο Πολεμικό Ναυτικό στις 15 Σεπτεμβρίου, ανήμερα των γενεθλίων της αδερφής μου.

Εκείνη λοιπόν την ηλιόλουστη και αρκετά ζεστή Τρίτη, συνοδευόμενος από τη Χριστίνα και τους δικούς μου βρέθηκα στην πύλη του Παλάσκα με άλλους ψαρωμένους νεαρούς. Οταν μαζευτήκαμε κάμποσοι μπροστά από το στρατόπεδο, ένας υπαξιωματικός ήρθε και μας παρέλαβε. Καθίσαμε θυμάμαι σε καρέκλες παράλληλες μεταξύ τους και στους υπολογιστές της εποχής ορισμένοι από παλιότερες-σαφώς-κληρουχίες έτρεχαν τη γραφειοκρατική διαδικασία. Μας κατέγραψαν, μας έντυσαν και μας πήγαν για φαγητό. Θυμάμαι πως ήταν κοτόπουλο και το τελευταίο πράγμα που δοκίμασα για μέρες, αφού αμέσως μετά την παρουσίαση άρχισε να με ενοχλεί το γαστρεντερικό μου και με επισκέφθηκε ξανά η νεύρωση στομάχου…

Μου έρχεται στο μυαλό το πρώτο τηλεφώνημα με τη Χριστίνα έπειτα από περίπου δυο μέρες. Με το ζόρι κρατούσα τα δάκρυά μου, ενώ εκείνη είχε πλαντάξει στο κλάμα. Και το πρώτο επισκεπτήριο θα αργούσε. Παρουσιαστήκαμε στο στρατόπεδο του Παλάσκα αλλά εκεί μείναμε μόλις δυο μέρες μέχρι να μας μεταφέρουν με καραβάκι στον Πόρο. Την πρώτη μέρα στο νησί ήρθαν από το πουθενά δυο αναπάντεχες χαρμόσυνες ειδήσεις: Οι τουαλέτες ήταν ευρωπαϊκές (δεν αντέχω ακόμη και σήμερα τις τούρκικες) και τα ντους βρίσκονταν ξεχωριστά το ένα από το άλλο-ήμουν πολύ ντροπαλός και με είχε απασχολήσει αυτό το θέμα πριν ακόμη παρουσιαστώ. Αλλά η ζωή στον Πόρο ήταν εξαιρετική. Καλοκαιρία, λίγες κακουχίες, μία στα μαγειρεία και μία στη σκουπιδιάρα (πλοίο της αγάπης…). Είχα το μέσο να πάω στο γραφείο και να μένω ξεχωριστά από τους υπόλοιπους ναύτες (το έκαναν αρκετοί), αλλά δεν το χρησιμοποίησα. Είχα ήδη κοινωνικοποιηθεί και θεώρησα ντροπή να μην παρακολουθήσω τη βασική εκπαίδευση. Το πρόβλημα με το στομάχι λύθηκε γρήγορα και, με τη φιλική συνδρομή των άλλων ναυτών της παρέας, έφαγα περίπου έξι γλυκές κρέμες και κάπου εκεί χόρτασα. Οι πρώτες δέκα ημέρες από τις 34 συνολικά κύλησαν σαν το νερό και φθάσαμε στην Κυριακή του πρώτου επισκεπτηρίου. Το προηγούμενο Σάββατο το βράδυ, στην ελεύθερη ώρα μας, κάποιος συνάδελφος μας ενημέρωσε ότι ψάχνουν στα συρματοπλέγματα κάποιον Ρένο. Ηταν η Χριστίνα μαζί με την αδερφή μου και η συγκίνηση περίσσεψε και έγινε πιο δυνατή την επόμενη μέρα που κανένα συρματόπλεγμα πια δεν θα μας χώριζε. «Χριστινάκι μου!», «Ρενούλη» και αγκαλιαστήκαμε…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ