Αν η Α΄ Γυμνασίου στα Ανάβρυτα ήταν για μένα χρόνος προσαρμογής και η δευτέρα χρόνος συνειδητοποίησης της πικρής πραγματικότητας, η Γ΄ Γυμνασίου εξελίχθηκε σε πραγματικό εφιάλτη. Μοναδικό φως στο τούνελ: Οι επιδόσεις μου στα μαθήματα που είχαν πλέον βελτιωθεί κατακόρυφα. Το τέλος εκείνης της χρονιάς το μόνο καλό που είχα να θυμάμαι ήταν ένα απολυτήριο γυμνασίου με 19,5. Τώρα όμως είχα να αντιμετωπίσω μια ακόμη δυσκολία: Μέρος του άγχους μετατοπιζόταν πια στη βαθμολογία που όσο κι αν προσιδίαζε στο «άριστα» (και με έπαινο πλέον), για ένα πρότυπο σχολείο σαν τα Ανάβρυτα υπήρξε απλώς μια σχετικά καλή επίδοση!

Και, ξαναγυρνώντας στον εφιάλτη, τα… ζόρια ξεκινούσαν από το πρωί. Ενα πούλμαν με έπαιρνε από τη γειτονιά μου και εκεί μέσα κατοικοέδρευαν αντιπαθητικοί συμμαθητές και πρόσωπα που δεν μου έδιναν καμία απολύτως σημασία. Αυτό ασφαλώς τροφοδοτούσε τον αέναο κύκλο της ανασφάλειας και του κοινωνικού άγχους. Οσο οι προσλαμβάνουσες ήταν τόσο αρνητικές, αυτό οδηγούσε σε ακόμη χειρότερα συναισθήματα που με τη σειρά τους μείωναν στο ελάχιστο την εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, τον οποίον υποτιμούσαν όλοι και πρώτος… εγώ… Μέσα στο πούλμαν αγουροξυπνημένοι έφηβοι με κοίταζαν με ξινίλα ή τουλάχιστον έτσι το βίωνα εγώ. Τα διαλείμματα ήταν προσωρινές τοξικές περιστάσεις που έπρεπε να τελειώσουν γρήγορα για να επιστρέψω στην τάξη. Οχι ότι εκεί τα πράγματα γινόντουσαν καλύτερα αλλά τουλάχιστον σε απορροφούσαν τα μαθήματα από την ανεπιθύμητη πραγματικότητα. Η ώρα της γυμναστικής έμοιαζε με ανυπόφορο μαρτύριο: Τα τμήματα έπαιζαν ποδόσφαιρο μεταξύ τους αλλά στις ενδεκάδες δεν υπήρχε χώρος για τον ντελικάτο μπαλαδόρο του δημοτικού Ρένο Μπαλή. Κι έτσι οι «άσχετοι» όπως μας αντιμετώπιζαν οι άλλοι παίζαμε σε ένα χωράφι με άσφαλτο και χόρτα μεταξύ μας, σαν αποσυνάγωγοι από τους υπολοίπους.

Δεν νομίζω πως κομίζω γλαύκα εις Αθήνας αν σας αναφέρω πως ο έφηβος Ρένος που μετατρεπόταν σωματικά και ψυχολογικά σε άνδρα δεν είχε καμιά ανταπόκριση στο άλλο φύλο. Ενιωθα ερωτευμένος με την ξανθούλα Σταματία από του Παπάγου και τα καταγάλανα μάτια της αλλά, φυσικά, δεν θα περιμένατε άλλη στάση από την παντελή αδιαφορία μέχρι τον εκνευρισμό αν την προσέγγιζα περισσότερο από τα όρια που είχε θέσει στα αγόρια. Κι εγώ ήμουν ένα αγόρι που δεν είχε να υπερηφανεύεται για τίποτα. Εν τω μεταξύ κι ενώ όλα βάδιζαν από το κακό στο χειρότερο, άρχισαν να δημιουργούνται κάτι σαν κάστες στο σχολείο: Στην κορυφή, η… ανώτερη τάξη, πλουσιόπαιδα από τα βόρεια και τα νότια προάστια, που ήδη φορούσαν πανάκριβα ρούχα, έκαναν τις πρώτες σχέσεις τους, αποκτούσαν νωρίτερα σεξουαλικές εμπειρίες, σχημάτιζαν παρέες που μόνο ευπρόσδεκτος δεν ήμουν. Αυτοί οι συμμαθητές, γόηδες της δεκαετίας του ’80, φρόντιζαν και περιποιούνταν τα μαλλιά τους, επιδείκνυαν με κάθε αφορμή το σικάτο ντύσιμό τους, είχα έναν αλαζονικό αέρα αλλά παρ’ όλα αυτά ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλή σε κάθε τμήμα και παρίσταναν τους αρχηγούς που δεν διανοούσουν καν να κοιτάξεις στα μάτια…

Κάποια στιγμή έφθασε και το καλοκαίρι εκείνου του τραγικού (για μένα) 1984. Νόμιζα πως είχα απαλλαγεί από ένα τεράστιο βάρος και αρχικά αισθανόμουν ανακούφιση για τη λήξη του γυμνασιακού μου βίου. Κανείς ακόμη δεν φανταζόταν τι επρόκειτο να συμβεί. Είχε έλθει πια η ώρα ο Ρένος να… τιμωρήσει τον Ρένο για τις αποτυχίες του σε όλα τα πεδία…

 

Ρένος Μπαλής