ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ

Αγαπημένε μου παππού,

Είμαι σίγουρος πως μας παρατηρούσες από ψηλά. Γιατί η δεδομένη σου αγάπη στον λατρεμένο σου εγγονό αποκλείεται να σε εμπόδιζε να ρίχνεις κλεφτές ματιές στον υπέροχο κήπο που ολάνθιστος στόλιζε τις δύο γειτονικές μονοκατοικίες: τη δικιά σου και του πατέρα μου. Η πρώτη, που αργότερα πέρασε στα χέρια μου κι από κει ανόητα και ανεξήγητα σ’ έναν φιλόδοξο κατασκευαστή, γκρεμίστηκε, κάνοντάς με από τότε μόνιμα μελαγχολικό και δυστυχισμένο. Και σαν αυστηρή τιμωρία, το αγαπημένο σου σπίτι λες και μας καταράστηκε! Ούτε χρήματα μπορέσαμε ποτέ να απολαύσουμε από την πώλησή του, ενώ την τελευταία συνόδευσε μια τραγική ακολουθία γεγονότων με κουραστικές δίκες, αδίστακτους απατεώνες, διαλυμένες φιλίες, ανείπωτες στεναχώριες και λανθασμένες επιλογές. Τέτοιες μέρες, λοιπόν, παππού, οργασμός εργασιών γινόταν στην πανέμορφη αυλή μας.

Η παρέα μου κι εγώ ξεκινούσαμε σε πυρετώδεις ρυθμούς τις ετοιμασίες: του καθιερωμένου καλοκαιρινού πάρτι, παραδοσιακού γεγονότος που επαναλαμβανόταν από τα παιδικά μου χρόνια. Ιδιαίτερα μετά την εφηβεία τα πάρτι έφθασαν να γίνουν ένας πραγματικός θεσμός και οι συνομήλικοί μου που είχαν λάβει μέρος έστω και μια φορά στη μοναδική αυτή ιεροτελεστία ρωτούσαν ήδη από τον… Απρίλιο την ακριβή ημερομηνία. Με ελάχιστες αιτιολογημένες εξαιρέσεις, κοντά στα γενέθλιά μου, στις αρχές Ιουλίου επιλέγαμε συνήθως μια Παρασκευή και βάζαμε μπρος το πρόγραμμα, με πρώτη κίνηση τη δημιουργία της περιβόητης λίστας καλεσμένων, διαφοροποιημένης κάθε φορά, με τον αριθμό των ατόμων κατά προσέγγιση, με εκατοντάδες (!) ονόματα φίλων και γνωστών να φιγουράρουν σ’ αυτή. Και τα έφερνε έτσι η τύχη, παππού, που πάντοτε μία από τις καλεσμένες καταλάμβανε περίοπτη θέση στην καρδιά μου. Τη δικιά της παρουσία εξασφαλίζαμε πρώτα και ας μην ερχόταν και κανένας άλλος!!! Αλλά πόσες κοπέλες και πόσα αγόρια δε βρήκαν το έτερό τους ήμισυ-ορισμένοι παντρεύτηκαν κιόλας, ανταλλάσσοντας τα πρώτα γλυκά φιλιά κάτω από τα πολυάριθμα δέντρα του φιλόξενου κήπου μας. Η «οργανωτική επιτροπή» με το πομπώδες όνομα και μέλη τους κολλητούς μου έκανε μια εκτίμηση των εξόδων με βάση τον πιθανό αριθμό των καλεσμένων. Και οι τελευταίοι δεν έπεφταν ποτέ κάτω από τριψήφιο αριθμό (αλλά δεν το έλεγα στους δικούς μου). Η αστείρευτη φαντασία μου, ζώντας έντονα την κάθε στιγμή πριν τη μεγάλη μέρα, ονειρευόταν ναρκισσιστικά εξέδρες με φανατισμένους οπαδούς που με επευφημούσαν και με παρότρυναν να προσεγγίσω το κορίτσι που λαχταρούσα. Και πολλές φορές το ανακάλυπτα εκείνη τη μέρα, αφού τότε την έβλεπα για πρώτη φορά.

Η μόνη που ερχόταν πάντοτε ακάλεστη ήταν η αστυνομία, ενοχλητική παραφωνία της μαγικής βραδιάς. Αλλά χωρίς συνέπειες… Κι όταν ο d’ j αναγκαστικά έκλεινε τη δυνατή μουσική ύστερα από τα κελεύσματα των ανδρών του περιπολικού, αναλάμβανε να μας ψυχαγωγήσει ο καλός μου φίλος Λάμπρος, ταλαντούχος μουσικός, με απαραίτητο όργανο το αρμόνιό του. Τότε, σε κύκλο γύρω του, τραγουδούσαμε αγαπημένους σκοπούς-τουλάχιστον οι καλλίφωνοι-μέχρι τα κουρασμένα αλλά και συνάμα χορτασμένα μας βλέμματα να αντικρίσουν τις πρώτες αχτίδες του ήλιου.

Τον καιρό, βέβαια, δεν τον είχαμε σύμμαχό μας ποτέ, παππού. Ιδίως τα πάρτι της δεκαετίας του ’90 γινόντουσαν κατά σύμπτωση την πιο ζεστή μέρα του καλοκαιριού και του χρόνου! Δε θα ξεχάσω, γύρω στα τέλη της συγκεκριμένης δεκαετίας, τους φίλους μου με βρεγμένες πετσέτες στον λαιμό να κουβαλάμε ασήκωτα τραπέζια και καρέκλες στους 45 περίπου βαθμούς υπό σκιά!!!

Αλλά τις πιο συγκλονιστικές στιγμές, παππού, που χαράσσονταν ανεξίτηλα στη μνήμη, τις βιώναμε το απογευματάκι, μόλις έπεφτε ο… βασανιστής ήλιος και υποχωρούσε η ανυπόφορη ζέστη, οπότε ανοίγαμε στο φουλ τις μηχανές άντλησης του νερού από το πηγάδι και δροσεροί πίδακες τινάζονταν για να «ανακουφίσουν» το καυτό τσιμέντο και να κατεβάσουν αισθητά τη θερμοκρασία στη διψασμένη γη. Και τι δε θα έδινα, παππού, να ξαναγυρίσω, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, σε αυτά τα-όχι τόσο μακρινά χρόνια- τότε που οι ώρες μετρούσαν αντίστροφα για την υποδοχή των πρώτων καλεσμένων και οι διάφορες εκτιμήσεις για τον τελικό αριθμό των ατόμων διίσταντο. Τότε που καμιά αγωνία δεν απασχολούσε το μυαλό μας, το οποίο είχε καταληφθεί μόνο από την γλυκιά προσμονή του ερχομού της εκάστοτε κοπέλας που μας τραβούσε το ενδιαφέρον.

Από το τελευταίο πάρτι πέρασαν 21 ολόκληρα χρόνια (το… προεκλογικό, όταν ανοίξανε οι ουρανοί για ώρες ολόκληρες δεν λογίζεται). Το 2000, παππού, έμελε να ήταν η τελευταία φορά που βιώσαμε εκείνες τις μοναδικές στιγμές. Ισως να μην ήταν τυχαίο που ένας κύκλος έκλεισε με το πιο πετυχημένο πάρτι της ζωής μου (από κάθε άποψη). Κι όταν τα δυσεπίλυτα προβλήματα της καθημερινότητας κάνουν ξανά και ξανά την αποκρουστική εμφάνισή τους, τότε, παππού, ταξιδεύω νοερά πίσω στον χρόνο και στην αγχώδη προτροπή του φίλου μου του Γιώργου, 50άρη πια, που μου είπε στο τηλέφωνο εν έτει 1997, ανήμερα του τότε πάρτι: «Καλά, έχουμε πάρτι το βράδυ-πώς μπορείς και κοιμάσαι;». Δίχως τα ανεπανάληπτα πάρτι μου, μόνο… ύπνο έχω χορτάσει τα τελευταία χρόνια…

Στο μέσο ενός έγγαμου βίου που διάλεξε η… ψυχαναγκαστική μου πλευρά και υπέμενε καρτερικά η καταθλιπτική, έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου: Πως όταν περάσουν όλα αυτά, πως όταν πάρω διαζύγιο από τη στεναχώρια, πως όταν φανεί επιτέλους το ζωογόνο φως στο βάθος του τούνελ θα οργανώσω και πάλι ένα αλησμόνητο πάρτι. Και θα είναι καλεσμένοι πιστοί και αφοσιωμένοι καινούργιοι φίλοι, ελκυστικές και γοητευτικές κοπέλες εσωτερικά και εξωτερικά, ο Γιώργος που θα ρωτήσει ξανά πώς γίνεται να κοιμάμαι τέτοια μέρα, ο Νικόλας που μαζί θα καταστρώσουμε αποτελεσματικό σχέδιο δράσης για την κατάκτηση της γυναίκας των ονείρων μας και ο Λάμπρος με το αρμόνιο που θα παίξει για ακόμη μια φορά αξέχαστα, αγαπημένα τραγούδια και θα τον συνοδεύσουμε ερμηνεύοντας τον «Μέτοικο», τον «Επιπόλαιο» και την «Ελευσίνα».

Θα είναι το πάρτι-ορόσημο με τον ισχυρό συμβολισμό: Που θα δώσει με κάθε επισημότητα ΤΕΛΟΣ στα πέτρινα χρόνια!

Σίγουρος πως (δεν) θα μου απαντήσεις,

O εγγονός σου, ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ