Γράψαμε ποιήματα στις δύο τα μεσάνυχτα
Για τα ξεδοντιασμένα φέρετρα των τάφων
Που χάσκουν ανάσκελα στο μαλακό χώμα
Για τα κατακόκκινα σύννεφα που στάζουν
Απʼ τις ανοιχτές πληγές τους οινόπνευμα
Για τα ερημωμένα παγκάκια των πάρκων
Που κοιμούνται γυμνά κάτω απʼ τη σελήνη
Για τα σπασμένα μεσημέρια της Κυριακής
Με θραύσματα μιας ολόκληρης βδομάδας
Για τα νεοκλασικά ξενοδοχεία της επαρχίας
Και το βιαστικό οργασμό των δέκα λεπτών
Για τα απαγορευμένα φωνήεντα της σιωπής
Μέσα στο δωμάτιο κοιτάζοντας το ταβάνι
Για την ξαφνική άφιξη της θλίψης το πρωί
Όταν σου ταχυδρομούν πια το τέλος σου
Για τις απέραντες σιδηροδρομικές ράγες
Που δεν τις πάτησε ποτέ κανένα τρένο
Για τα νοσοκομεία της γενικής εφημερίας
Που στοιβάζουν τις μοναξιές στα ράντζα
Για τους φαντάρους με τα φύλλα πορείας
Και ένα πακέτο τσιγάρα στη δεξιά τσέπη
Για τις υπόγειες διαβάσεις των λεωφόρων
Πνιγμένες απʼ τα γκράφιτι και τα κάτουρα
Για καράβια που βουλιάζουν στον ουρανό
Κι αεροπλάνα που πετάνε στη θάλασσα
Για τα τσουβαλιασμένα όχι των εραστών.
Γράψαμε ποιήματα στις έξι τα χαράματα
Για όλους τους θανάτους υπεράνω υποψίας.

Από τη συλλογή ”Υπό το μηδέν” (2017)
Γιώργος Γκανέλης