Οταν διαβάζουμε το μάθημα της Ιστορίας στο σχολείο είναι σαν οι γυναίκες να μην υπήρξαν ποτέ και σαν όλες οι προσωπικότητες της πολιτικής, των πολέμων, της επιστήμης και των τεχνών να ήταν άνδρες που γεννήθηκαν μόνοι τους.

Πού βρίσκεται η Αλλη Μισή Ιστορία του ανθρώπινου γένους;

Στις σειρές άρθρων «Ελληνίδες Επιστήμονες» , «Γυναίκες Καλλιτέχνιδες της Αρχαιότητας» και «Ελληνίδες Ποιήτριες της Αρχαιότητας» είδαμε τις πρώτες γυναίκες στην Ελλάδα που αγωνίσθηκαν για να σπουδάσουν ακόμη και μεταμφιεσμένες σε άνδρες αλλά και για να ασκήσουν ένα λειτούργημα όπως η Αγνοδίκη που ντυμένη άνδρας ήταν η πρώτη Γυναικολόγος της Αρχαιότητας. Επίσης στη σειρά άρθρων «Αμαζόνες και Ελλάδα» είδαμε και αυτή τη φυλή γυναικών πολεμιστριών στην οποία θα επανέλθουμε καθώς δεν είναι μοναδικό φαινόμενο παγκοσμίως. Ας δούμε τώρα σε ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο άλλες σπουδαίες γυναίκες, τα ονόματα και τα επιτεύγματα των οποίων δεν αναφέρονται στην Ιστορία που διδασκόμαστε:

1) Ιμχοτέπ (EνΧεντού’ Άννα)(περί το 2300 π.Χ.) , Ακκάδια/Βαβυλώνια Αστρονόμος, ιέρεια της θεότητας Σελήνης, Αρχιτέκτων, Λογοτέχνις, Φιλόσοφος.

Η Ιμχοτέπή EνΧεντού’ Άννα ή Ενχεντουάννα είναι η πρώτη καταγεγραμμένη από τη μεγάλη σειρά των γυναικών που παρακολούθησαν τα αστέρια και τους κύκλους της Σελήνης καθώς και το πρώτο γυναικείο όνομα καταγεγραμμένο στην ιστορία της Τεχνολογίας. Ηταν κόρη του βασιλέα Σαργκόνπου ίδρυσε τη Σαργκόνια Δυναστεία στη Βαβυλώνα. Ο πατέρας την όρισε Αστρονόμο-Αρχιέρεια της θεότητας της πόλης, που ήταν η Σελήνη. Το πρώτο της όνομα ήταν Ιμχοτέπ, το δεύτερο ήταν EνΧεντού’ Άννα. Εν σημαίνει Αρχιέρεια, Χεντού σημαίνει κόσμημα συνεπώς τ’ όνομά της ερμηνεύεται ως: “Η Αρχιέρεια που είναι το κόσμημα της θεάς Αννα”. Οι ιέρειες κι οι ιερείς από τη Σουμερία και τη Βαβυλώνα είχαν εγκαταστήσει ένα δίκτυο παρατηρητηρίων για να παρακολουθούν τις κινήσεις των αστέρων. Δημιούργησαν ένα ημερολόγιο, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα. Με το όνομα Ιμχοτέπ έκτισε τη πρώτη πυραμίδα.

Τα αρχαιότερα γραπτά μνημεία μελικής ποίησης της Σουμεριο-Ακκαδικής περιόδου ανήκουν στην EνΧεντού Αννα ή Ενχεντουάννα που ήταν επίσης ποιήτρια και που έζησε στις πόλεις Ουρ και Ουρούκ.

Στο Αρχαιολογικό & Ανθρωπολογικό Μουσείο Φιλαδέλφειας, στον αλαβάστρινο δίσκο «ο Δίσκος Της ΕνΧεντου’ Άννα» που βρέθηκε στην πόλη Ουρ (στην κατοικία της Αρχιέρειας), εικονίζεται η ποιήτρια να προσφέρει θυσία στο θεό Νάννα.

Ήταν η πρώτη γνωστή ποιήτρια της εποχής. Οι ειδικοί τη θεωρούν επίσης πιθανόν σαν τη πρώτη συγγραφέα και ποιήτρια ανεξαρτήτως φύλου, που έγινε γνωστή. Μητέρα της ήταν η βασίλισσα Τασχουτλούν. Μας άφησε ένα σώμα λογοτεχνικών έργων που περιλαμβάνουν προσωπικούς ύμνους στη θεά Ινάννα όπου περιγράφει με λεπτομέρειες την εξορία της από την Ουρ.

Συνέθεσε 42 ύμνους για ναούς που απλώνονταν από την Σουμερία μέχρι το Ακκάδ. Τα κείμενα έχουν διασωθεί από 37 πινακίδες από την Ουρ και τη Νιππούρ, οι περισσότερες εκ των οποίων χρονολογούνται από την πρώιμη Βαβυλωνιακή περίοδο και είναι γνωστοί ως «Σουμεριακοί ύμνοι των ναών». Ηταν η πρώτη ανάλογη προσπάθεια κι η Εν Χεντού Αννα γράφει: “Βασιλιά, έγινε κάτι που δεν ξανάγινε πριν”. Η διατήρηση των ύμνων της σε αντίγραφα, δείχνει ότι βρίσκονταν σε χρήση και μετά το θάνατό της και έχαιραν μεγάλης εκτίμησης.

Αυτοί θεωρούνται σαν μια από τις πρώτες προσπάθειες θεολογικής συστηματοποίησης. Μετά το θάνατό της, η Εν Χεντού Αννα συνέχισε να μνημονεύεται και πιθανόν ανακηρύχθηκε ως ημίθεα.

Είναι πολύ γνωστή από αρχαιολογικά ευρήματα. Στο βασιλικό κοιμητήρι της Ουρ βρέθηκαν 2 σφραγίδες με τ’ όνομά της που ανήκαν σε υπηρέτριές της και ανάγονται στην εποχή του Σαργκόν. Βρέθηκε κι ένα άγαλμα στην πόλη Ισίν-Λάρσα (2000-1800 π. Χ.) δίπλα σ’ ένα της Αρχιέρειας Εναννατούμμα. Στη Νιππούρ, στην Ουρκαι πιθανώς στο Λαγκάς, κρατούσαν αντίγραφα των έργων της εκατοντάδες χρόνια μετά τον θάνατό της μαζί με βασιλικές επιγραφές, πράγμα που σημαίνει πως ήτανε παρόμοιας ή και ίσης με αυτές αξίας.

Η Ενχεντουάννα ύστερα από επιθυμία του πατέρα της του Σαργκόν ανέλαβε να αρχιερατεύσει στο ναό του θεού Νάννα στην Ουρ που εκτός από κέντρο της λατρείας του θεωρούνταν και η ιερή πόλη της σουμεριακής θεάς της γονιμότητας και του πολέμου, Ινάννα. Η ανάληψη αρχιερατικών καθηκόντων σε ναούς από τις κόρες των βασιλέων ήτανε φαινόμενο αρκετά συνηθισμένο κατά την εποχή εκείνη στην Μεσοποταμία και συνήθως απέβλεπε στην προώθηση των βασιλικών συμφερόντων. Στη προκείμενη περίπτωση αποσκοπούσε στην εδραίωση της εξουσίας του Σαργκόν στο νότιο τμήμα του Σουμεριακού βασιλείου.

Αρχιεράτευσε στους ναούς του Νάννα όλη της τη ζωή εκτός από μερικά χρόνια κατά τα οποία αναγκάστηκε να τους εγκαταλείψει επειδή φαίνεται πως ενεπλάκη σε πολιτική αναταραχή με αποτέλεσμα να καθαιρεθεί από το αξίωμά της και να εξοριστεί από την Ουρ. Με την επάνοδό της στη πόλη και στα καθήκοντά της, συγγράφει μιαν εξαιρετική σε στιχουργία θεϊκή επίκληση, την «Εξύψωση της Ινάννα», που εκτός από προσευχή αποτελεί και εξομολόγηση προς τη θεά και περιγράφει τη φυγή της από την Ουρ, το διάστημα της εξορίας της και την επιστροφή της σε αυτήν. Περίφημο είναι επίσης και το «Εγκώμιο της Ινάννα», όπου η ποιήτρια επιχειρεί να κατευνάσει τη πολεμόχαρη φύση της θεάς, το οποίο παραπέμπει σε τραγική ποίηση, αναδεικνύει το πηγαίο ταλέντο της και γι αυτό θεωρείται όχι μόνο η αρχαιότερη ποιήτρια αλλά και μία από τις πιο αξιοθαύμαστες:

Η άριστη χρήση της Σουμεριακής γραφής από την Ενχεντουάννα και η ιδιότητά της ως αρχιέρειας και ποιήτριας αντανακλά την πολιτιστική και κοινωνική θέση των γυναικών, κυρίως των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, στη περιοχή της Μεσοποταμίας εκείνης της μακρινής περιόδου που διδάσκονταν γραφή και στρέφονταν στην ενασχόληση με τη λογοτεχνία καθώς καταγράφονται πολλές γυναίκες βασιλέων που είτε παράγγελναν είτε έγραφαν οι ίδιες ποιήματα. Φαινόμενο σπάνιο κατά την αρχαιότητα όπου οι γυναίκες αποκλείονταν από την εκπαίδευση κι είχαν ως μοναδική ενασχόληση τους την οικοτεχνία.

Πηγές: Βικιπαίδεια,Peri-grafis.net, www.bios.niu.edu.

Μ. Χ. Αναγνωστοπούλου