Μαρία (ή Μίριαμ) η Ιουδαία

Η Μαρία (ή Μίριαμ) η Ιουδαία (1ος με 3ος μ.Χ. αι.) γνωστή και ως Μαρία της Αλεξάνδρειας ή Προφήτισσα, είναι ιδρυτική μορφή της Ελληνιστικής Αλχημείας, γνωστή κυρίως από τα έργα του Ζώσιμου του Πανοπολίτη, ο οποίος έγραψε κατά τον 4ο αι μ.Χ. τα αρχαιότερα βιβλία περί Αλχημείας και στα έργα του περιγράφει αρκετά πειράματα της Μαρίας και τα όργανα τα οποία εκείνη επινόησε.

Έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, επινόησε το βασικό εξοπλισμό των αλχημικών τελετουργιών και θεωρείται μία από τους πρώτους αλχημιστές του Δυτικού Κόσμου καθώς και μία από τις ιδρυτικές φιγούρες της ευρωπαϊκής Χημείας καθώς ήταν η πρώτη που συνδύασε την Αλχημική επιστήμη με την πρακτική Χημεία των τεχνιτών. Σε κείμενο του 17ου αιώνα αναφέρεται ως μία από τους δώδεκα σοφούς της Αλχημείας.

Ο βυζαντινός ιστορικός Γεώργιος Σύγγελος την παρουσιάζει σαν μαθήτρια του Δημόκριτου, τον οποίο συνάντησε στη Μέμφιδα της Αιγύπτου την εποχή του Περικλή. Στους Άραβες ήταν γνωστή ως η Κόρη του Πλάτωνα. Αλλά αν έζησε μετά τη γέννηση του Χριστού, είναι αδύνατο να ισχύουν τα παραπάνω.

Στο βιβλίο του Πέρση μελετητή Ιμπν Ισχάκ αλ-Ναντίμ, Kitābal-Fihrist, η Μαρία αναφέρεται ως μία από τους 52 περισσότερο γνωστούς αλχημιστές η οποία κατάφερε να παρασκευάσει την ιώδη χρωστική ουσία Caputmortuum. Επίσης ήταν η πρώτη που κατάφερε να δημιουργήσει ένα σουλφίδιο που για τους Αλχημιστες ήταν το πρώτο βήμα στη διαδικασία της “Μεταστοιχείωσης”, δηλαδή στη δημιουργία χρυσού. Από τότε αυτό το σουλφίδιο ονομάζεται “Μαύρο της Μαρίας” (Mary’sBlack).

Κανένα από τα Έργα της Μαρίας δεν έχει διασωθεί, ωστόσο αποφθέγματά της έχουν επιβιώσει μέσω άλλων συγγραμμάτων. Το πιο γνωστό από αυτά είναι ο διάλογος ανάμεσα στην Μαρία και τον Άρος, που διασώζεται σε ένα έγγραφο ενός ανώνυμου χριστιανού φιλοσόφου. Σε αυτό το έγγραφο περιγράφονται διαδικασίες όπως η Λεύκωσις και η Ξάνθωσις οι οποίες θα αποτελούσαν βασικές αρχές της αλχημείας και περιγράφει για πρώτη φορά στην ιστορία τα όξινα άλατα και άλλα οξέα. Επίσης περιλαμβάνει συνταγές για την παρασκευή χρυσού από φυτά όπως ο Μανδραγόρας.

Γνωστή είναι μία φράση της Μαρίας που αποκαλύπτει την πεποίθησή της ότι τα χημικά στοιχεία είναι θηλυκά και αρσενικά:

“Ένωσε το αρσενικό με το θηλυκό και θα βρεις αυτό που ψάχνεις.”

Ο τριβικός ήταν ένα είδος άμβυκα που χρησιμοποιείτο για την συλλογή ουσιών που συμπυκνώνονται μέσω απόσταξης και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα σε χημικά εργαστήρια. Είναι άγνωστο το αν η Μαρία το ανακάλυψε ή όχι αλλά ο Ζώσιμος αποδίδει την πρώτη περιγραφή του οργάνου σε αυτή. Στα γραπτά της (σύμφωνα με τον Ζώσιμο) προτείνει ότι ο χαλκός ή ο μπρούτζος που χρησιμοποιείται για την κατασκευή του τριβικού πρέπει να έχει το πάχος ενός τηγανιού και ότι οι σύνδεσμοι ανάμεσα στους σωλήνες πρέπει να σφραγίζονται με αλευρόκολλα.

Η κηρροτακίς ή κυροτακίς είναι συσκευή που χρησιμοποιείται στην θέρμανση αλχημικών ουσιών και στην συλλογή υδρατμών. Η κηρροτακίς αρχικά ήταν ένα ξύλινο πινάκιο σαν παλέτα, μέσα στο οποίο οι ζωγράφοι τοποθετούσαν μαλακό κερί για να το χρησιμοποιήσουν στη ζωγραφική πάνω σε ξύλο. Αργότερα εξελίχθηκε σε αλχημικό όργανο. Αποτελείτο από έναν ψηλό χάλκινο κύλινδρο ο οποίος στον πάτο του περιελάμβανε έναν καυστήρα που λειτουργούσε με κάρβουνο ή ξύλο. Ο καυστήρας θέρμαινε αλχημικές ουσίες, όπως θείο και υδράργυρο, που βρίσκονταν σε ένα πινάκιο ακριβώς από πάνω του. Η ουσία εξατμιζόταν και οι ατμοί ανέβαιναν σε ένα δοχείο στην κορυφή του κυλίνδρου, το οποίο είχε τρύπες μέσα από τις οποίες οι ατμοί μπορούσαν να περάσουν. Στο κέντρο του δοχείου υπήρχε η ουσία (συνήθως μέταλλο) την οποία οι αλχημιστές ήθελαν να αντιδράσει με τους ατμούς. Το σκεύος καλυπτόταν από ένα ημισφαιρικό καπάκι μέσα στο οποίο οι ατμοί υγροποιούνταν και μπορούσαν να ξαναχυθούν στο πινάκιο όπου υπήρχε η αρχική ουσία. Το σκεύος ήταν αεροστεγώς σφραγισμένο και μέσα του υπήρχε κενό αέρος. Από την χρήση αυτών των αεροστεγώς σφραγισμένων δοχείων από τους μύστες του ερμητισμού, προέρχεται η έκφραση ερμητικά κλειστός.

Μπεν Μαρί:το όνομα της Μαρίας επιβιώνει μέχρι σήμερα μέσω της εφεύρεσής της, του μπενμαρί (σημαίνει μπάνιο της Μαρίας), το οποίο χρησιμεύει στη θέρμανση υλικών που είναι ευαίσθητα σε υψηλές θερμοκρασίες (συνήθως πάνω από τους 55°C) και γενικότερα υλικών που είναι ευαίσθητα στην απότομη μεταβολή θερμοκρασίας. Χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα στα χημικά εργαστήρια, καθώς και στην μαγειρική.

BalneumMarie: ένα είδος “μπενμαρί” που όμως θερμαίνεται με ατμό και όχι με ζεστό νερό και δημιουργεί θερμοκρασίες υψηλότερες των 100°C σε αντίθεση με τον “μπενμαρί” που χρησιμοποιείται ακριβώς επειδή δημιουργεί θερμοκρασίες κάτω των 100°C.

Πηγές: Βικιπαίδεια,Peri-grafis.net, www.bios.niu.edu.

Μ. Χ. Αναγνωστοπούλου