Η Χίλντεγκαρντ Φον Μπίνγκεν (Hildegard von Bingen) (1098 με 1179) ήταν Γερμανή Καθολική του τάγματος του Αγίου Βενέδικτου, Αγία, Φιλόσοφος, Θεολόγος, Επιστήμων, Συγγραφέας, Συνθέτις, Μεταρρυθμίστρια, Ηγουμένη, Θρησκευτική Ηγέτις (ο σημαντικότερος θρησκευτικός ηγέτης του 12ου αιώνα στην Ευρώπη).

Το σπουδαιότερο έργο της είναι το «Scivias» και άλλα έργα της το «Ordo Virtutum» και το «Liber Divinorum Operum». Θεωρείται από τις πρώτες προσωπικότητες, που συγκέντρωνε τα χαρακτηριστικά του “καθολικού ανθρώπου” της Αναγέννησης. Έγραψε θεολογικά και βοτανολογικά κείμενα, ύμνους για τη Θεία Λειτουργία, ποιήματα, ιντερλούδια (τα παλαιότερα σωζόμενα) και ζωγράφισε εξαίρετες μικρογραφίες σε χειρόγραφα. Την απεκάλεσαν την «πιο εξέχουσα φυσιοδίφη και την πιο πρωτότυπη φιλόσοφο της Δύσης του 12ου αιώνα». Ήταν επίσης η πρώτη που μίλησε ανοιχτά και χωρίς προκαταλήψεις για τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Είναι μία από τις τέσσερις γυναίκες που έρδισαν τον τίτλο του Διδάκτορα της Εκκλησίας. Τιμάται ως Αγία από την Καθολική, την Αγγλικανική και την Προτεσταντική Εκκλησία.

Στα επτά της χρόνια την ανέθεσαν στη φύλαξη της θείας της, κόμισσας Γιούτα Φον Σπονχάιμ (Jutta von Sponheim), μία σημαντική φυσιογνωμία της εποχής της που άσκησε επιρροή στη γερμανική κοινωνία και εκκλησία. Η θεία της σταδιακά ίδρυσε ένα γυναικείο μοναστικό τμήμα μέσα στην ως τότε ανδρική μονή του Ντισιμπόντεμπεργκ στο οποίο έγινε και ηγουμένη. Η Γιούτα φρόντισε να μορφωθεί η Χίλντεγκαρντ στη θεολογία, τη μουσική και τα λατινικά.

Στα δεκατέσσερα χρόνια της η Χίλντεγκαρντ ορκίσθηκε μοναχή. Το 1136 η Γιούτα απεβίωσε και στη θέση της τη διαδέχθηκε η Χίλντεγκαρντ. Εκείνη την εποχή η Χίλντεγκαρντ γνώρισε τη Ρικάρντα Φον Σταντ (Ricardis von Stade) που θα γινόταν η καλύτερή της φίλη ενώ ανέπτυξε ιδιαίτερη σχέση φιλίας και αμοιβαίου σεβασμού με το μοναχό Βόλμαρ που έγινε ο έμπιστός της, ο γραμματέας της και ο εξομολογητής της.

Για πρώτη φορά σε ηλικία 43 ετών, η Χίλντεγκαρντ αποκάλυψε ότι έβλεπε οράματα σε όλη της τη ζωή και άρχισε να γράφει το πιο γνωστό της έργο, το «Scivias», που θα το ολοκλήρωνε σε δέκα χρόνια και ήταν ένα κείμενο που συνδύαζε επιστήμη, θεολογία, φιλοσοφία, φυσιολογία, κοσμολογία, αστρονομία και γεωλογία. Απέκτησε μεγάλη φήμη ως σοφή και προφήτισσα και πολλοί σημαντικοί άνθρωποι της εποχής, όπως ο αυτοκράτωρ Φρειδερίκος Βαρβαρόσσα και ο θεολόγος Όντο του Σουασόν, άρχισαν να την συμβουλεύονται. Τότε άρχισε να αλληλογραφεί με την Ελισάβετ του Σονάου και σταδιακά έγινε μέντοράς της.

Το 1147 αποφάσισε να φύγει από το Ντισιμπόντενμπεργκ και να ιδρύσει ένα καθαρά γυναικείο μοναστήρι όμως ο ηγούμενος Κούνο, της αρνήθηκε την άδεια γιατί οι πολυάριθμες επισκέψεις που δεχόταν η Χίλντεγκαρντ έφερναν επισκέπτες και έσοδα στο μοναστήρι. Η φήμη της επίσης ήταν αρκετή για να προσελκύει πολλούς νέους μοναχούς και μοναχές. Εκείνη άρχισε να στέλνει επιστολές σε διάφορα υψηλά ιστάμενα άτομα, ανάμεσά τους και τον Πάπα, προωθώντας το αίτημά της και μάλιστα έβαλε να μεσολαβήσει και η μητέρα της. Τίποτε όμως δεν είχε αποτέλεσμα. Τότε έπεσε βαρειά άρρωστη και λέγεται πως ενώ αδυνάτιζε και έφθινε από την αρρώστια, το κορμί της γινόταν όλο και πιο βαρύ και έφτασε στο σημείο ο Κούνο να μη μπορεί να σηκώσει ούτε το κεφάλι της από το μαξιλάρι. Όταν τελικά ο ηγούμενος αποφάσισε να δώσει την άδειά του, η Χίλντεγκαρντ ανάρρωσε και εξαφανίστηκαν τα περίεργα συμπτώματα. Έτσι μαζί με άλλες δεκαοκτώ μοναχές, τη Ρικάρντα και τον Βόλμαρ, ίδρυσε το νέο μοναστήρι στο Ράπερτσμπεργκ και αυτό σταδιακά μεγάλωσε ώστε έφθασε να αποτελείται από πενήντα μοναχές και επτά κοσμικές γυναίκες ενώ είχε δύο εκκλησίες, τρεχούμενο νερό μέσα στα εργαστήρια και σκριπτόριο (εργαστήριο γραφής). Εκεί μπόρεσε να αφοσιωθεί στο γράψιμο και εκτός από το «Scivias» που συνέχισε να γράφει, έγραψε μία φυσική ιστορία και ένα ιατρικό κείμενο με τίτλο «Αίτια και Ιάσεις».

Οι συγκρούσεις όμως συνεχίστηκαν καθώς το νέο μοναστήρι μέσω των μοναχών που ακολούθησαν τη Χίλντεγκαρντ, είχε «κληρονομήσει» και πολλά εδάφη που πριν ανήκαν στο Ντισιμπόντεμπεργκ. Μέχρι το 1150 τη θέση του Ηγούμενου Κούνο είχε πάρει ο Ελένγκερος που δεν είχε καλύτερη διάθεση ως προς την Χίλντεγκαρντ και το έργο της. Αλλά και κείνη δεν είχε θετική άποψη για κείνον την οποία δε δίσταζε να εκφράζει με έντονο τρόπο. Η καυστική της γλώσσα όμως δε δίστασε να αγγίξει και τα κακώς κείμενα του ανώτερου κλήρου. Έδειξε μηδενική ανοχή στην αμφιλεγόμενη συμπεριφορά ανώτερων ιερέων που ζούσαν μέσα σε ακραίο και προκλητικό πλούτο που δεν άρμοζε στο αξίωμά τους και τους κατακεραύνωνε συχνά στις επιστολές της και στις κατηχήσεις της παρά το γεγονός ότι αυτή η συμπεριφορά της δημιουργούσε εχθρότητες σε υψηλά ιστάμενους. Άρχισε να δέχεται κριτική για ένα σωρό πράγματα, ανάμεσα στα οποία και για τον τρόπο που διοικούσε το μοναστήρι της. Την κατηγόρησαν για απρέπεια γιατί σε αντίθεση με τις μοναχές σε άλλα μοναστήρια που έπρεπε να κόψουν τα μαλλιά τους και να καλύψουν το κεφάλι τους, στο δικό της μοναστήρι οι μοναχές διατηρούσαν μακριά τα μαλλιά τους και φορούσαν μόνο ένα λευκό πέπλο το οποίο άφηνε ακάλυπτο το πρόσωπο και τον λαιμό και επέτρεπε στα μαλλιά να ανεμίζουν. Η Χίλντεγκαρντ απάντησε πως οι παρθένες, λόγω της αγνότητάς τους, δεν έχουν ανάγκη να ντύνονται σεμνά όπως οι παντρεμένες γυναίκες που έπρεπε να υπακούν τους άντρες τους. Επίσης κατηγορήθηκε ότι δεχόταν στο μοναστήρι, εκτός από γυναίκες ευγενικής καταγωγής και απλές φτωχές γυναίκες και σε αυτό απάντησε πως η ιεραρχία είναι θέμα των ανθρώπων και όχι του Θεού που αγαπάει τους πάντες.

Μεταξύ του 1158 και του 1163 έγραψε το “Liber vitae meritorum” που μιλούσε για τις αρετές και τα πάθη της ζωής. Με τα γράμματά της προς τους σημαίνοντες της Ευρώπης επενέβαινε στην διπλωματία και την πολιτική της εποχής, έδινε συμβουλές αλλά δε δίσταζε να ασκήσει και κριτική αν το θεωρούσε χρήσιμο. Το 1165 ίδρυσε ένα δεύτερο μοναστήρι και παρά την άσχημη κατάσταση της υγείας της φρόντιζε να το επισκέπτεται δύο φορές την εβδομάδα.

Παρά τη μεγάλη φήμη που απολάμβανε εκείνη την εποχή, το 1178 ο επίσκοπος του Μεντζ αφόρισε το μοναστήρι γιατί είχε δεχθεί να θαφτεί στο κοιμητήριό του ένας αφορισμένος άνδρας. Πέθανε έξι μήνες μετά την άρση των απαγορεύσεων στο μοναστήρι της, σε ηλικία 81 ετών και λέγεται ότι τη στιγμή του θανάτου της δύο φωτεινές αψίδες έλαμψαν στο νυχτερινό ουρανό ενώ εμφανίστηκε ένας λαμπερός κόκκινος σταυρός και μικρότεροι σταυροί σχημάτιζαν κύκλους.

Η Χίλντεγκαρντ σταδιακά άρχισε να θεωρείται Αγία από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αν και δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί η αγιοποίησή της για γραφειοκρατικούς λόγους και η καρδιά και η γλώσσα της βρίσκονται διατηρημένα στην εκκλησία του Αϊμπίνγκερστρασε. Το 2012 ο πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’ διέταξε να γραφτεί το όνομά της στο επίσημο αγιολόγιο ενώ την ανακήρυξε Διδάκτορα της Εκκλησίας, τίτλος που απονέμεται σε θεολόγους που επηρέασαν σημαντικά το εκκλησιαστικό δόγμα. Έτσι έγινε η τέταρτη γυναίκα που έλαβε ποτέ αυτόν τον τίτλο ανάμεσα στους 34 ανθρώπους που είχαν αυτή την τιμή. Οι άλλες τρεις Διδάκτορες της Εκκλησίας ήταν η Κατερίνα της Σιένα, η Τερέζα της Άβιλα και η Θηρεσία του Λισιέ.

Κεντρικό στη Θεολογία και στα οράματα της Χίλντεγκαρντ ήταν το Ιερό Θηλυκό, δηλαδή η θηλυκή διάσταση του Θεού. Οι πιο συνηθισμένες μορφές του ήταν η Σοφία και η Αγάπη. Οι απόψεις της περί «θηλυκότητας» του Θεού βρήκαν γόνιμο έδαφος και αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης αργότερα στην ιδιαίτερη λατρεία της Παρθένου Μαρίας στην Ευρώπη που ονομάστηκε Μαριανισμός. Η Χίλντεγκαρντ θεωρούσε ότι η μουσική ήταν μέσο επικοινωνίας με το Θεό και ότι οι μυστικιστικές ιδιότητες της μουσικής επέτρεπαν στον άνθρωπο να βιώσει ξανά την ομορφιά και την αρμονία του Παραδείσου που είχε χάσει μετά την Πτώση. Είχε δηλώσει ότι «η ψυχή είναι πολυφωνική». Έγραψε 77 εκκλησιαστικούς ύμνους και το «Ordo Virdutum», ένα θρησκευτικό θεατρικό έργο με μουσική. Οι στίχοι και οι μελωδίες της ήταν εξαιρετικά πρωτότυπες και ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που κατά τον 12ο αιώνα συνέθεσε με ελεύθερο στίχο. Η περίτεχνη και λεπτομερής μουσική της θεωρία, που στηρίχθηκε στα μαθηματικά, ήταν χαρακτηριστική της γοτθικής τεχνοτροπίας.

Στο βιβλίο της «Αίτια και Ιάσεις» περιέγραψε τον γυναικείο οργασμό και μίλησε για τη γυναικεία φυσιολογία και ψυχολογία από την πλευρά της γυναίκας. Αυτό συνέβαινε για πρώτη φορά στη δυτική ιστορία γιατί με εξαίρεση τα γυναικολογικά κείμενα της Τρότας από το Σαλέρνο, όλα τα ιατρικά κείμενα ως τότε ήταν γραμμένα από άνδρες που αντιλαμβάνονταν τη γυναικεία φύση ως κάτι παθητικό και άτονο και δε μπορούσαν ούτε να κατανοήσουν αλλά ούτε να αποδεχθούν τη γυναικεία σεξουαλικότητα.

Το έργο της διασώζεται σχεδόν ολόκληρο γι΄ αυτό και γνωρίζουμε για κείνη περισσότερα από κάθε άλλη. Πέρα από τα θεολογικά της κείμενα συνέγραψε ιατρικές πραγματείες αλλά και κοινωνιολογικές αναλύσεις.

Χαρακτηριστικό του ιδιαίτερου μυαλού της ήταν το ότι εφηύρε τη δική της γλώσσα , τη Lingua Ignota, στην οποία μάλιστα έγραψε τουλάχιστον ένα από τα έργα της.

Προς τιμήν της ονομάστηκε Hildegardia ένα είδος δέντρων λόγω της συνεισφοράς της στη Βοτανική και τη Φυσική ιστορία. Αξίζει να αναφερθεί ότι ήταν η πρώτη που αναφέρει γραπτά την χρήση λυκίσκου στην κατασκευή της μπίρας και γι αυτό θεωρείται ανεπίσημη προστάτιδα της μπίρας.

Ο πλανητοειδής 898 Hildegard ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της.

Από το 1979 έχουν υπάρξει διάφορες ηχογραφήσεις και εκτελέσεις των έργων της που έχουν κερδίσει διάφορα βραβεία. Είναι μία από τις γυναίκες που παρουσιάζονται στο έργο τέχνης της Τζούντι Σικάγο, «Το Δείπνο».

To 1994 το BBC γύρισε το ντοκιμαντέρ Hildegard of Bingen για τη ζωή της. Η Χίλντεγκαρντ αναφέρεται στην ταινία του 2009, Βαρβαρόσσα (Barbarossa). To 2009 η γερμανίδα σκηνοθέτης Μαργκαρέτε φον Τρότα γύρισε την ταινία «Όραμα» (Vision) για τη ζωή της. Το 2012 η Μαίρη Σάρατ έγραψε το μυθιστόρημα «Illuminations» που παρουσιάζει μυθιστορηματικά τη ζωή της Χίλντεγκαρντ.

Πηγές: Βικιπαίδεια,Peri-grafis.net, www.bios.niu.edu.

Μ. Χ. Αναγνωστοπούλου