Ανάθεμά τον που το πει «Τ’ αδέρφια δεν πονιούνται!».

Τ’ αδέρφια σκίζουν τα βουνά και δέντρα ξεριζώνουν.

Τ’ αδέρφια εκυνηγήσανε κι ενίκησαν το Χάρο.

Δυο αδέρφια είχαν αδερφή στον κόσμο ξακουσμένη,

τη φθόναγεν η γειτονιά, τη ζήλευεν η χώρα,

τη ζήλεψε κι ο Χάροντας και θέλει να την πάρει.

Στο σπίτι τρέχει και βροντά, σαν να ήταν νοικοκύρης:

Ανοιξε, κόρη, για να μπω, ‘τοιμάσου να σε πάρω,

κι εγώ είμ’ ο γιος της μαύρης γης, τς αραχνιασμένης πέτρας.

Ασε με Χάροντ’ άσε με, σήμερα μη με πάρεις.

Αύριο Σαββάτο να λουστώ, την Κυριακή ν’ αλλάξω

και τη Δευτέρα το ταχύ έρχομαι μοναχή μου.

Απ’ τα μαλλιά την άρπαξε, κι η κόρη κλαίει και σκούζει…

Να και τ’ αδέρφια πρόφτασαν ψηλά απ’ το κορφοβούνι.

Το Χάροντα κυνήγησαν και γλύτωσαν την κόρη!…

Δημοτικό