Ηταν Μάιος του 1998 όταν σε ένα (από τα πολλά) πάρτι που πήγαινα εκείνο τον καιρό γνώρισα τη Δέσποινα από τη Λαμία. Στην αρχή διστακτικά και στη συνέχεια με πιο γρήγορους ρυθμούς βρεθήκαμε ξανά και γίναμε ζευγάρι. Η Δέσποινα κάθε άλλο παρά άβγαλτη κοπέλα από την επαρχία έμοιαζε: Ηξερε όλα τα in στέκια της Αθήνας και, ασφαλώς, όλα τα… κυριλέ ρέστοραν και εστιατόρια. Αυτό με έκανε από την αρχή να αισθανθώ κάπως άβολα γιατί εγώ, αν και βέρος Αθηναίος, για πολλά από αυτά που μου ανέφερε είχα πλήρη άγνοια. Αξίζει να αναφερθεί πως η αμηχανία μου γιγαντώθηκε ακόμη περισσότερο όταν μια Κυριακή απόγευμα μας επισκέφθηκαν στο σπίτι που νοίκιαζε η αδερφή της Δέσποινας (σπούδαζε εδώ) στο Μαρούσι έκανε την εμφάνισή της μια παρέα φοιτητών της Ιατρικής όλων σχεδόν των… ειδικοτήτων, οι οποίοι μόλις είχαν επιστρέψει από κάποιους αγώνες ιστιοπλοϊας στο Αιγαίο και ήταν κατάκοποι από τις κακουχίες. Από κάποιες πρόχειρες συζητήσεις μαζί τους δεν ήταν δύσκολο να αντιληφθείς πως επρόκειτο για πλουσιόπαιδα που σύχναζαν στα νότια προάστια και στο Κολωνάκι και τα κοινά μας ήταν πράγματι ελάχιστα.

Οταν η Δέσποινα μου ξετύλιγε το κουβάρι της ζωής της άρχισα να καταλαβαίνω πως κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της. Αφού μου ανέφερε μια (σχεδόν) απόπειρα αυτοκτονίας, στη συνέχεια με ρωτούσε με εκνευριστικό τρόπο αν είμαι 28 ετών στα 29 ή 29 στα 30 λες και κάτι θα άλλαζε τον τρόπο που με έβλεπε και ανακουφίστηκε που πήγαινα να κλείσω τα 29. Μη λησμονείτε πως για να κρατήσω τα ωραία μου μαλλιά έπαιρνα ακόμη το ορμονικό και στεροειδές σκεύασμα «Androcur», με την πιο κλασική παρενέργεια την κατακόρυφη μείωση της λίμπιντο. Ετσι ξεκίνησε ο… εφιάλτης μου: Η Δέσποινα επέμενε να μπούμε στο «ψητό» αλλά εγώ δεν ένιωθα πραγματικά τίποτα. Αλλά ούτε η Λαμιώτισσα βοηθούσε σε αυτό αφού ήταν κοντούλα με όχι καλοσχηματισμένο σώμα που παρέπεμπε σε… κοριτσάκι! Επίσης δεν νομίζω ότι τα πράγματα θα βελτιώνονταν αν της εξηγούσα την ιστορία με το ορμονικό φάρμακο και το άγχος της φαλάκρας.

Και φθάσαμε σε αδιέξοδο. Η Δέσποινα ήθελα να μένουμε μόνοι μας, ενώ εγώ έβρισκα συνεχώς διάφορες προφάσεις για να απομακρύνομαι από κοντά της. Είναι χαρακτηριστικό ότι μια μέρα έφυγα από το σπίτι της με… κατεβασμένο παντελόνι, προσποιούμενος ότι μια θεία μου στη Ραφήνα αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα υγείας και έπρεπε οπωσδήποτε να την επισκεφθώ. Οταν όμως με κάλεσε για επίσημο δείπνο Σάββατο βράδυ στο σπίτι της δεν μπορούσα πλέον να αρνηθώ τη «δελεαστική» πρόταση και προθυμοποιήθηκα να πάω. Το άγχος μου είχε χτυπήσει στο κόκκινο. Ποια δικαιολογία θα μπορούσα να βρω μέσα στη νύχτα για να φύγω; Και πώς η Λαμιώτισσα δεν θα καταλάβαινε τίποτα για ακόμη μια φορά; Ντύθηκα με κοστούμι και γραβάτα, πήρα και ένα μπουκάλι κρασί και εμφανίστηκα στο σπίτι της. Τα καμπανάκια στο μυαλό μου χτυπούσαν ήδη μια και δεν μπορούσα να δω τίποτα το… σεξουαλικό σε όλα αυτά.

Με την αγωνία να με κυριεύει και να κάνει το πρόβλημα πιο δυσεπίλυτο φάγαμε μαζί και κοιμηθήκαμε παρέα. Κουτσά-στραβά κάτι κατάφερα και όταν ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα σηκώθηκα κι έφυγα σχεδόν τρέχοντας!!! Το άγχος μου πλέον ήταν ανυπόφορο. Η Δέσποινα που μόνο χαζή δεν την έλεγες πίστευα πως άρχισε να παίρνει χαμπάρι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μάλιστα το επόμενο βράδυ του δείπνου δεν είχα δικαιολογία για να μην κοιμηθώ πάλι εκεί. Και εκείνη τη φορά δεν έγινε απολύτως τίποτα. Η Δέσποινα-με το δίκιο της-θύμωσε και το τηλέφωνο της επόμενης ημέρας ήταν από αδιάφορο μέχρι θυμωμένο. Για σκεφτείτε το λίγο: Επαιρνα ένα φάρμακο για τα μαλλιά για να αρέσω στις γυναίκες και κατέληγα να μην έχω καμιά επιθυμία γι’ αυτές, κάνοντας λίγα πράγματα κι αυτά μηχανικά.

Υστερα από δυο μέρες η Δέσποινα ήταν εντελώς αλλαγμένη. Στο τηλέφωνο μου είπε πως θα φύγει για τη Λαμία και να το σκεφτούμε ξανά αν θα παραμείνουμε μαζί. Η απόφαση ασφαλώς είχε βγει και δεν ήταν υπέρ μου. Κάπου εκεί θα έληγε ο ολιγοήμερος δεσμός. Αλλά στο δίλημμα φαλάκρα ή απουσία ερωτικής διέγερσης είχα απαντήσει χρόνια πριν διαλέγοντας το δεύτερο. Και άρα δεν έπρεπε να έχω περισσότερες απαιτήσεις…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ