Αφού ολοκλήρωσα τη θητεία μου στο Πολεμικό Ναυτικό, επέστρεψα-κάπως μεγάλος η αλήθεια είναι-στα έδρανα του Πολιτικού της Νομικής με σαφή και ξεκάθαρο στόχο το πτυχίο, μια προσπάθεια που είχε περάσει από τα χίλια κύματα…

Οι συμφοιτητές μου ήταν μικρότεροι αλλά ένας 25άρης δίπλα σε νεαρούς και νεαρές 21και 22 ετών δεν φαινόταν δα και… ηλικιωμένος. Κι αυτό ίσχυε για τις φιλίες αλλά, προπαντός, για το αγαπημένο άλλο φύλο. Και δεν έλειπαν οι όμορφες παρουσίες από τα αμφιθέατρα και τα γραφεία των καθηγητών στην Ομήρου-κάθε άλλο. Η στενή αίθουσα μάλιστα στην κάθετο της Σόλωνος μας έφερνε όλους και όλες πιο κοντά από τα αχανή πολύβουα αμφιθέατρα. Και το… ραντάρ του Ρένου Μπαλή άρχισε πάλι να δουλεύει σε τρελούς ρυθμούς, επιχειρώντας, ως άλλος ανιχνευτής πολύτιμων λίθων, τον επόμενο μεγάλο σταθμό στην πολυτάραχη, περιπετειώδη ζωή μου με τις γυναίκες…

Εντόπισα μια καστανόξανθη συμπαθητική κοπέλα, την Ελίνα (που δεκαετίες αργότερα θα έβρισκα ξανά στο facebook), η οποία δεν ήταν ιδιαιτέρως εντυπωσιακή ούτε είχε τα σπάνια χαρακτηριστικά που η αφεντιά μου είχε το ξεχωριστό ταλέντο να βρίσκει σε κάθε γυναίκα. Απλώς επρόκειτο για μια συμπαθητική κοπέλα που θα μπορούσα να την πάω για έναν καφέ, απέχοντας πολύ από το να θεωρηθώ ερωτευμένος μαζί της. Και το φλερτάκι συνεχιζόταν ώσπου μια μέρα σαν όλες τις άλλες εμφανίστηκε στην Ομήρου μία θεάρα! Μια δίμετρη κοπέλα υποδειγματικών αναλογιών και το εξωτικό πρόσωπο που πάντοτε αναζητούσα: μου αρέσουν οι μιγάδες, οι σκουρόχρωμες στο δέρμα, οι μελαχρινές, οι κούκλες που… κομίζουν στοιχεία διαφορετικά από τις Καυκάσιες, με βλέμμα που σε μαγνητίζει-όχι απαραίτητα οι πολύ ψηλές. Μπροστά μου, λοιπόν, βρέθηκε μια ονειρεμένη γυναίκα που θα μπορούσε να κατάγεται από τις Ινδίες ή την Κεντρική Αμερική.

Με τη γνωστή μου… αυτοεκτίμηση ούτε μπορούσα να διανοηθώ πως μια τέτοια κουκλάρα θα ήταν δυνατόν να ενδιαφερθεί για τον Ρένο των χιλίων προβλημάτων. Αλλά ευτυχώς διαψεύστηκα: Η Αλεξάνδρα Τ. έδειχνε μια ιδιαίτερη προθυμία στο να μοιραστούμε τις σημειώσεις, να πιάσουμε κουβεντούλα, να γνωριστούμε καλύτερα. Σε κάθε κοινό μάθημα ήταν δίπλα ή απέναντί μου και θαρρείς πως κάτι τέτοιο γινόταν επίτηδες αλλά δεν μπορούσα να πιστέψω την απίστευτη τύχη μου. Εν τω μεταξύ, μιλούσα και με την Ελίνα, νιώθοντας όμως τώρα όλη την προσοχή μου να έχει τραβηχτεί στη γοητευτική Αλεξάνδρα. Μέχρι που μια μέρα, περιμένοντας το ασανσέρ, άνοιξε η πόρτα του ανελκυστήρα και τις είδα να βγαίνουν παρεούλα από μέσα συζητώντας. Αυτό από μόνο του δεν σήμαινε τίποτα και δεν θα έπρεπε να σημαίνει αλλά εγώ, ανεξήγητα, μπερδεύτηκα. Ισως επειδή οι δύο κοπέλες που μου είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον αποδείχθηκαν κολλητές. Αλλά το έγραψα και πρωτύτερα: προτεραιότητα στην Αλεξάνδρα επίτασσε η καρδιά.

Κάποια φορά, τελειώνοντας ένα μάθημα, είχα… στήσει καρτέρι στην Αλεξάνδρα για να την πετύχω και να μιλήσουμε με την ησυχία μας. Κοιτώντας απεγνωσμένα δεξιά και αριστερά, μια γνωστή φωνή έφθασε στ’ αυτιά μου: «Ολο βολτούλες μού είσαι εσύ μετά το μάθημα…». Και, ναι, ήταν η εξωτική Αλεξάνδρα, η οποία κρατούσε μια σακούλα πατατάκια και μου είπε με τη γλυκιά φωνή της: «Τώρα εσύ θα θέλεις και πατατάκια…». Η αλήθεια ήταν πως και… τηγανητές ακρίδες να μου προσέφερε, εγώ πάλι θα έπαιρνα, αλλά μου έδωσε μια φοβερή πάσα για να την πάω για φαγητό. Βέβαια, ως αυτοκαταστροφικός Ρένος, απλώς πήρα το τηλέφωνό της για να βγούμε κάποια στιγμή αργότερα και ανάθεμα σε αυτόν που εφηύρε την έννοια του χρόνου και ανακάλυψε το «αργότερα»!

Με αυτά και αυτά έφθασε το καλοκαίρι και πλησίαζε ο καιρός που θα διοργάνωνα το καθιερωμένο καλοκαιρινό πάρτι στην αυλή μου με τα 200 (!!!) άτομα. Ηταν Παρασκευή, αρχές Ιουλίου, και απρόσμενα η αισθησιακή γυναίκα των ονείρων μου με πήρε συμπτωματικά στο τηλέφωνο. Την τελευταία φορά που μιλήσαμε γνώριζα πως το Σάββατο ήταν «κλεισμένη», αλλά την Παρασκευή; Τι πιο λογικό να την καλέσω αφού μου δήλωσε κιόλας πως βαριόταν να κάτσει στο σπίτι της. Ας μην ξεχνάμε βέβαια πως είχα κάποιον δεσμό που έπνεε τα λοίσθια εκείνο τον καιρό. Αναγκαστικά θα συναντιόντουσαν. Και ο φίλος μου ο Γιάννης, με τις εμπνευσμένες συμβουλές του ήταν κατηγορηματικός: «Αστειεύεσαι; Θα την καλέσεις; Κι αν μείνουμε μόνοι μας στο τέλος;». Και με έπεισε. Η εντυπωσιακή Αλεξάνδρα δεν είδε ποτέ το σπίτι μου από κοντά και μια τεράστια ακόμη ευκαιρία πετάχτηκε στον κάλαθο των αχρήστων. Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά,συνεχιζόταν και ένα… ασθενές φλερτ με την Ελίνα. Νομίζω πως οι δύο φίλες αντιλήφθηκαν χωρίς δυσκολία το διπλό παιχνίδι και ετοιμαζόντουσαν να μου δώσουν τα παπούτσια στο χέρι. Επρεπε επιτέλους η μπερδεμένη κατάσταση να ξεκαθαρίσει.

Αυτό που θα σας περιγράψω παρακάτω πρέπει να μπει στο βιβλίο «Γκίνες» ως ρεκόρ απύθμενης βλακείας. Μη πιστεύοντας ότι η Αλεξάνδρα θα μπορούσε να γίνει ποτέ σύντροφός μου, την κάλεσα για καφέ σε μια από τις καφετέριες της οδού Βεϊκου (έμενε στο Γαλάτσι). Κι εκεί, κάτω από τα χαμηλά φώτα, καλοκαιράκι, μέσα σε έναν πρωτόγνωρο ρομαντισμό, αντί να της εκμυστηρευθώ τον έρωτά μου και να πέσω στην αγκαλιά της, άρχισα να της μιλάω για την… Ελίνα: «Για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, Αλεξάνδρα, πρέπει να σου πω ότι νιώθω πραγματικό έρωτα για την Ελίνα. Δεν υπάρχουν νούμερο ένα και νούμερο δύο. Εκείνη θέλω…». Η Αλεξάνδρα έπεσε από τα σύννεφα: «Κάτσε, γιατί δεν μου αρέσει αυτό. Εγώ είμαι ο νούμερο δύο;» μου απάντησε με απογοήτευση. Και ο βλάκας Ρένος Μπαλής ουσιαστικά συμφώνησε. Περιττό να πω ότι από τότε δεν είδα ξανά καμιά από τις δύο. Στα μάτια τους πρέπει να ήμουν ο γελοίος που δεν μπορούσε να πάρει μια σταθερή απόφαση. Αρνούμενος να πιστέψω στο μεγάλο όνειρο, έχασα και το μικρότερο.

Πολλά χρόνια αργότερα αναζήτησα την Αλεξάνδρα στο facebook μα δεν τη βρήκα. Διάβασα κάπου στο διαδίκτυο πως είχε προχωρήσει σε μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα της ψυχολογίας στο Πάντειο. Ισως οι δικές μου απονενοημένες ενέργειες να την έσπρωξαν σε αυτή την επιστήμη. Η παλιά γραμματέας μου Ειρήνη Λ. μπόρεσε να εντοπίσει τα ίχνη της και να βρει το κινητό της. Μίλησα με την Αλεξάνδρα έπειτα από 18 χρόνια και μου απαντούσε στις ερωτήσεις μου με έναν αδικαιολόγητο ενθουσιασμό. Την πήραμε κι άλλες φορές αλλά πλέον δεν το σήκωνε. Νομίζω πως θυμήθηκε με ποιον είχε να κάνει. Εναν ανώριμο άνδρα, ανίκανο να πιστέψει έστω για μια φορά στον εαυτό του. Εναν άνδρα που πήρε αυτό που του άξιζε: τίποτα…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ