Η μικρή απόσταση της Ανατολικής Μακεδονίας από τα στρατιωτικά κέντρα της Τουρκίας, το πεδινό έδαφος και η έλλειψη σωμάτων αρματολών και κλεφτών, έκαναν φανερό ότι η συμμετοχή της στην επανάσταση του ’21 αποτελούσε καθαρή παραφροσύνη.

Ο πατριωτισμός όμως και ο πόθος για την ελευθερία πλημμύρισαν την ψυχή του μακεδονικού λαού, σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Γι αυτό, ο σπόρος που έριξε η Φιλική Εταιρεία στη Μακεδονία έδωσε αμέσως τους καρπούς του.

Από το 1819, η ανώτατη αρχή είχε στείλει αποστόλους, οι οποίοι μύησαν στο μεγάλο μυστικό τους περισσότερους ιεράρχες, καθώς και όσους από τους Ελληνες έκριναν χρήσιμους για την επιρροή τους στο λαό ή για το πολεμικό τους παρελθόν.

Οργανωτή του κινήματος της Ανατολικής Μακεδονίας και του Αγίου Ορους όρισαν τον τραπεζίτη και προεστό των Σερρών Εμμανουήλ Παπά. Ο πατριώτης αυτός, μολονότι δεν είχε πολεμική πείρα, προκρίθηκε για την αγαθοεργό και πατριωτική του δράση, τον άδολο πατριωτισμό, την οικονομική του ευμάρεια και την επιρροή του στο λαό. Η αποστολή του, άλλωστε, ήταν προπαρασκευαστική και, όπως προέβλεπε το σχέδιο της Φιλικής, όταν το κίνημα θα έφτανε στη φάση των πολεμικών επιχειρήσεων, θα πήγαινε εκεί ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Γιάννης Φαρμάκης, ή κάποιο άλλο εμπειροπόλεμο πρόσωπο για να αναλάβει τη στρατιωτική αρχηγία.

Οταν λοιπόν ακούστηκαν οι πρώτες ειδήσεις για το κίνημα των παραδουνάβιων ηγουμενιών, ο Εμμανουήλ Παπάς ναύλωσε ένα καράβι, το φόρτωσε με ντουφέκια και μπαρουτόβολα και σάλπαρε για το Αγιο Ορος. Λίγες ημέρες αργότερα έφθανε στον όρμο του Εσφιγμένου. Εκεί τον περίμενε ο Φιλικός ηγούμενος Ευθύμιος ο Β’, ο επίσης Φιλικός χαρτοφύλακας της μονής Ιβήρων Νικηφόρος και άλλοι επίσημοι της μοναστικής πολιτείας. Την άλλη μέρα κάλεσαν τους προϊσταμένους των μοναστηριών και τους σημαντικότερους μοναχούς και αποφασίστηκε να γίνει συνεννόηση με τις γειτονικές επαρχίες, συγκέντρωση όπλων και γενική στρατολογία των μοναχών και των άλλων κατοίκων της μοναστικής πολιτείας. Υπήρχαν τότε στο Αγιο Ορος κάπου δέκα χιλιάδες ψυχές, πλημμυρισμένες από πατριωτισμό και δίψα για την ελευθερία.

Με τις προετοιμασίες αυτές, μπήκε ο Μάης. Οι προπαρασκευές προχωρούσαν ικανοποιητικά. Ομως, ο Παπάς δεν σκόπευε να ξεκινήσει πριν κατεβεί ο Υψηλάντης ή κάποιος άλλος έμπειρος στρατιωτικός, όπως προέβλεπε το σχέδιο. Αλλά η απροσδόκητη εξέλιξη που πήραν τα πράγματα, τον υποχρέωσε να αλλάξει την αρχική του απόφαση και να σηκώσει μόνος του το βάρος της Επανάστασης.

Ο Τούρκος διοικητής της Θεσσαλονίκης Γιουσούφ μπέης, τρομοκρατημένος από τις ειδήσεις για την εισβολή του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία και τον ξεσηκωμό των ραγιάδων της Ρούμελης και του Μοριά, κάλεσε τους προκρίτους των επαρχιών, σκοπεύοντας να τους κρατήσει στη Θεσσαλονίκη, για εγγύηση και ασφάλεια. Εκείνοι όμως, δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση. Για να κερδίσουν όμως χρόνο, αντί να πάνε οι ίδιοι έστειλαν στον Τούρκο διοικητή άλλα πρόσωπα, λιγότερο επίσημα.

Αυτή η ενέργεια αύξησε τις υπόνοιες του Γιουσούφ, ο οποίος αποφάσισε να φέρει τους προκρίτους με τη βία στην έδρα του, κάνοντας αρχή από τον Πολύγυρο, που τον θεωρούσε σαν το πιθανότερο επαναστατικό κέντρο.

Εστειλε λοιπόν εκεί στρατιωτικό απόσπασμα με εντολή να πιάσει τους προκρίτους και να τους φέρει στη Θεσσαλονίκη.

Οι Πολυγυρινοί όμως, μόλις πληροφορήθηκαν τα σχέδια του τουρκικού στρατού, πήραν τα όπλα τους και, στις 17 Μαΐου, κυρίεψαν το διοικητήριο και σκότωσαν τον υποδιοικητή και 18 στρατιώτες, που αποτελούσαν τη φρουρά του. Κατόπιν, τοποθετήθηκαν σε επίκαιρες θέσεις έξω από την πόλη, επιτέθηκαν στον τουρκικό στρατό και τον ανάγκασαν να γυρίσει άπρακτος στη Θεσσαλονίκη.

Οταν έμαθε ο Γιουσούφ τον ξεσηκωμό του Πολυγύρου και την υποχώρηση του στρατού του, έγινε έξω φρενών. Πρώτη του ενέργεια ήταν να σκοτώσει με μαρτυρικό θάνατο, σουβλίζοντάς τους, τους προεστούς των επαρχιών. Στη συνέχεια, καρατόμησε τον επίσκοπο Κίτρους Μελέτιο, αναπληρωτή του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης και τους προκρίτους Μενεξέ, Κυδωνιάτη και Μπαλάνο. Επιασε ακόμη δύο χιλιάδες Ελληνες και τους φυλάκισε στη μητρόπολη. Τελικά, επέτρεψε τη λεηλασία των ελληνικών καταστημάτων και σπιτιών από τον τουρκικό και τον εβραϊκό όχλο.

Οταν μαθεύτηκα τα περιστατικά αυτά στο Αγιο Ορος, συγκροτήθηκε στις Καρυές συμβούλιο από τους αντιπροσώπους των μοναστηριών και αποφασίστηκε η φυλάκιση του Τούρκου διοικητή Χασεκή Χαλίλ μπέη και η ανακήρυξη του Εμμανουήλ Πασά γενικού αρχηγού των πολεμικών δυνάμεων. Ακολούθησε πάνδημη δοξολογία, κατά την οποία ο Φιλικός μητροπολίτης Μαρωνίας Κωνστάντιος ευλόγησε τα ελληνικά όπλα. Τώρα πλέον η επανάσταση του Αγίου Ορους είχε επίσημα κηρυχθεί. Ταυτόχρονα σχεδόν επαναστατούσε και η Κασσάνδρα, με αρχηγό τον Χάψα καθώς και άλλες επαρχίες της Χαλκιδικής.

Ετσι, ο ξεσηκωμός των ραγιάδων στην Ανατολική Μακεδονία γενικεύτηκε.

(Συνεχίζεται)

(Πηγή: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΣΕ 40 ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ, Γεώργιος Μαραβελέας, Εκδ. ΔΕΚ/ΓΕΣ )