Στα μάτια πολλών μεσαιωνικών και πρώιμων σύγχρονων Χριστιανών που δεν είχαν το προνόμιο της θεολογικής μόρφωσης, οι καταστροφές, φυσικές και ανθρωπογενείς, ήταν σημάδι της δυσαρέσκειας του Θεού και άμεση τιμωρία για κάποια παραβίαση των εντολών Του, με βάση την καλά θεμελιωμένη βιβλική αρχή της “τιμωρίας της αμαρτωλής πόλης ή της διάλυσης του εκκλησιάσματος”. Κάποιες φορές εξέταζαν αν η τιμωρία οφειλόταν στη δική τους συμπεριφορά, αλλά συνήθως επέρριπταν τις ευθύνες σε κάποια εύκολα αναγνωρίσιμη ομάδα. Στη Μεσαιωνική Ευρώπη, αυτό συνήθως σήμαινε διώξεις εναντίον των Εβραίων.

Στις 9:40 το πρωί της 1ης Νοεμβρίου του 1755, ένας σεισμός που εκτιμάται μεταξύ 8,5 και 9 βαθμών της κλίμακας Σεισμικής Ροπής, προκλήθηκε στον Ατλαντικό, 200 χιλιόμετρα  από τις ακτές της Ιβηρικής χερσονήσου. Την 1η Νοεμβρίου είναι η γιορτή των Αγίων Πάντων των καθολικών, μια υποχρεωτική αργία σε πολλές ρωμαιοκαθολικές χώρες, κατά την οποία όλοι οι πιστοί πηγαίνουν στην εκκλησία. Οι εκκλησίες στις κοινότητες των ακτών της Πορτογαλίας και της Ισπανίας στον Ατλαντικό, πρέπει να ήταν γεμάτες πιστούς που συμμετείχαν σε κάποια απ’ τις πολλές λειτουργίες που τελούνταν καθ’ όλη την ημέρα. Οι τρομακτικής έντασης αρχικές δονήσεις κατέστρεψαν πολλά κτήρια και προξένησαν ζημιές σε άλλα, ενώ σε όσα έμειναν όρθια, προκλήθηκαν πυρκαγιές, με αποτέλεσμα όσοι δεν καταπλακώθηκαν απ’ τα ερείπια να καούν ζωντανοί.

Το χειρότερο όμως δεν είχε έρθει ακόμη: Ο σεισμός είχε συμβεί στη θάλασσα και η ξαφνική μετατόπιση των ορίων μεταξύ των τεκτονκών πλακών Ευρασίας και Αφρικής απελευθέρωσε τεράστια ποσότητα ενέργειας στο νερό που τις κάλυπτε. Ο ωκεανός αποτραβήχτηκε απ’ την ακτή για να επιστρέψει μερικά λεπτά αργότερα με τη μορφή ενός τεράστιου τείχους νερού. Η παραδομένη στις φλόγες πόλη χτυπήθηκε από ένα τσουνάμι 20 μέτρων, το οποίο ολοκλήρωσε την καταστροφή που προκάλεσαν ο σεισμός και οι πυρκαγιές. Ο ολέθριος συνδυασμός τους κατέστρεψε το 85% της πόλης. Τσουνάμι διαδόθηκαν από το επίκεντρο του σεισμού προς κάθε κατεύθυνση, με τεράστια κύματα να ρημάζουν τις ακτές της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και του Μαρόκου στον Ατλαντικό. Ασυνήθιστα μεγάλα κύματα καταγράφηκαν πολύ βόρεια, μέχρι και την Ιρλανδία, την Κορνουάλη στη νότια ακτή της Αγγλίας, αλλά και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στις Δυτικές Ινδίες.

Οπως και για πολλές άλλες από τις πρώτες σύγχρονες καταστροφές, μόνο εκτιμήσεις έχουμε για το πλήθος των θυμάτων, οι οποίες κυμαίνονται από 40.000 έως 50.000 ζωές. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές πρέπει να ήταν ιδιαίτερα υψηλές στην καθολική Ισπανία και Πορτογαλία, επειδή πολλοί άνθρωποι βρίσκονταν συνωστισμένοι στις εκκλησίες που κατέρρευσαν. Ο βασιλιάς Ιωσήφ Α’ της Πορτογαλλίας  (1714 – 77) ήταν τυχερός που γλύτωσε: Παρακολούθησε την πρώτη πρωινή λειτουργία, για να πραγματοποιήσει την επιθυμία της κόρης του να γιορτάσουν μαζί μακριά από την πόλη. Οταν επέστρεψε στην κατεστραμμένη πρωτεύουσά του, ο βασιλιάς αποφάσισε να μην ξαναζήσει μέσα σε κανενός είδους κτίσμα και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του σε μια πολυτελή κατασκήνωση στην Αγιούντα, στους λόφους πάνω απ’ την πόλη. Στην Αγιούντα βρίσκεται σήμερα το παλάτι που έχτισε η κόρη του Ιωσήφ, στη θέση της βασιλικής κατασκήνωσης. Υπήρξαν επίσης ανυπολόγιστες πολιτικές απώλειες. Το στέμμα της Πορτογαλίας, όπως και άλλες ευρωπαϊκές μοναρχίες, είχε συγκεντρώσει τεράστιες συλλογές πολύτιμων έργων τέχνης, επίπλων, πινάκων ζωγραφικής και χειρογράφων, καθώς και αρχεία για τις εκτενείς πορτογαλικές ναυτικές εξερευνήσεις από τον 14ο αιώνα και μετά. Τέλος, αν αναλογιστούμε τις οικονομικές επιπτώσεις του σεισμού και του τσουνάμι του Ινδικού ωκεανού το 2008, το οικονομικό κόστος πρέπει κυριολεκτικά να γονάτισε την Πορτογαλία.

Πέρα από τις ανθρώπινες απώλειες και τις πολιτιστικές, υλικές και οικονομικές ζημιές, ο σεισμός και το τσουνάμι της Λισαβόνας συνέβησαν σε μια κρίσιμη περίοδο στην Ιστορία της διανόησης του δυτικού κόσμου, την εποχή του Διαφωτισμού (μέσα 17ου μέχρι τέλη 18ου αιώνα). Οπως ο Μαύρος Θάνατος, κλόνισε την απόλυτη αυθεντία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, η καταστροφή της Λισαβόνας προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στους πιστούς καθολικούς της Ευρώπης και σκεπτικισμό, μεταξύ των φιλοσόφων του Διαφωτισμού. Το γεγονός ότι ο σεισμός συνέβη σε μια άγια ημέρα για του καθολικούς και ο φόρος αίματος ήταν ιδιαίτερα υψηλός, επειδή πολλοί άνθρωποι βρίσκονταν στις εκκλησίες, το χρησιμοποίησε ο Βολταίρος  (1694 – 1778), για να κατακρίνει τις απλοϊκές απόψεις περί θείας πρόνοιας, αλλά και από πιστούς, όπως ο γερμανός φιλόσοφος Λάιμπνιτς (1646 – 1716), που υποστήριζε ότι οι άνθρωποι ζούσαν «στον καλύτερο από όλους τους πιθανούς κόσμους». Ο σεισμός έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των στοχασμών του Εμμάνουελ Καντ (1724 – 1804), ενός από τους σημαντικότερους διανοητές του γερμανικού Διαφωτισμού. Τέλος, η έμφαση που δόθηκε στη λογική επιχειρηματολογία και την επιστημονική έρευνα κατά την περίοδο μετά την καταστροφή, οδήγησε στην πρώτη σοβαρή απόπειρα κατανόησης των αιτίων των σεισμών και των τσουνάμι, η οποία αναγνωρίζεται σήμερα ως η απαρχή της σύγχρονης σεισμολογίας. Η καταστροφή αυτή σηματοδοτεί επίσης το ξεκίνημα της αντισεισμικής αρχιτεκτονικής στην Ευρώπη, η οποία και εφαρμόστηκε στην ανοικοδόμηση της Λισαβόνας.

(Πηγή: Οι Μεγαλύτερες Καταστροφές της Ιστορίας, Eric Chaline, Εκδ. Κλειδάριθμος)