Γιάννης Αθανασόπουλος

Θεά πανέμορφη η δασκάλα, από τα λόγια της τα τρυφερά,

στην παιδική μας την καρδιά, λουλούδια ολόδροσα ανθίζουν,

μυροβολούν και μας φωτίζουν, φάροι ανέσπεροι, άκτιστο φως,

μες της ζωής τα κατασκότεινα στενά.

Πάνω στην έδρα γιγαντώνει, στη λαμπερή της τη ματιά

όνειρα, οράματα υψώνει, κι εμείς ανήσυχοι Αργοναύτες,

γοητευμένοι μετανάστες, στα φτερωμένα μας καράβια,

απρόσμενα, σ’ απρόσιτα, σ’ αλαργινά λιμάνια.

Θείες μορφές μας περιμένουν, αναστημένοι μας θωρούν,

ο Αχιλλέας, ο Οδυσσέας, ο Μακρυγιάννης,

ο Σολωμός, ο Παλαμάς, οι αγιασμένες μας λατρείες,

οι αλησμόνητες πατρίδες, απόμακρες ελπίδες και χαρές.

Οταν γι’ αγάπη μας μιλά, στο πρόσωπο μια χάντρα αργοκυλάει

και μείς στο πλάι, συντροφιά, στα χαμηλά, στα ταπεινά,

να προσπεράσει ο πονεμένος, ο ενδεής, ο αδικημένος,

πρώτος ο άξιος, ο αδερφός, ο ευλογημένος.

Ο Σπορευτής κι ο Θεριστής η φωτισμένη μας Δασκάλα,

από τα χείλη της πετράδια, μαργαριτάρια αστραφτερά,

μες τη ζωή να μας θυμίζουν, πως όταν παίρνουμε τα χέρια μας γιομίζουν,

μα όταν δίνουμε απλώνουν, και μεγαλώνουν της ψυχής μας τα φτερά.