Το απόγευμα της 31ης Μαΐου 1905, ο πρωθυπουργός Θεόδωρος Δηλιγιάννης ως συνεπής κοινοβουλευτικός, αποφάσισε να παρακολουθήσει τη συνεδρίαση της Βουλής, όπου η κυβέρνησή του δεχόταν ισχυρά πυρά από την αντιπολίτευση.

Φθάνοντας μπροστά από το κτήριο (τη σημερινή Παλιά Βουλή), άρχισε να ανεβαίνει τη μαρμάρινη σκάλα. Εκεί τον πλησίασε ένα άντρας, που φαινόταν ότι ανήκε στη λαϊκή τάξη, κρατώντας ένα χαρτί. Ο Γορτύνιος πολιτικός, που πίστευε πάντα στην άμεση επαφή με τους ψηφοφόρους του, νόμισε πως ήταν κάποιος απ’ αυτούς και σταμάτησε να ακούσει το αίτημά του.

Ο πολίτης δεν απηύθυνε λέξη στον Δηλιγιάννη, έβγαλε απλώς ένα μαχαίρι και με αστραπιαία ταχύτητα το κάρφωσε στο στήθος του πρωθυπουργού. Οσοι βρίσκονταν δίπλα του δεν πρόφτασαν να αντιδράσουν, αλλά κατόρθωσαν να πιάσουν τον δράστη που έδειχνε άνθρωπος με διαταραγμένα λογικά.

Ο πρωθυπουργός μεταφέρθηκε αιμόφυρτος στο ιατρείο της Βουλής, όπου έγιναν μάταιες προσπάθειες για να συνέλθει. Λίγη ώρα αργότερα άφηνε την τελευταία του πνοή. Ετσι έκλεισε μια μακρόχρονη και ουσιαστική θητεία του Δηλιγιάννη στην πολιτική ζωή της χώρας. Η θητεία του στην πολιτική άρχισε το 1882, όταν εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Γορτυνίας, μετά την έξωση του Οθωνα.

Η είδηση της δολοφονίας του πρωθυπουργού έπεσε σαν «κεραυνός εν αιθρία». Ακούστηκαν διάφορες απόψεις για «άνωθεν εμπνευστές» και «σκοτεινά ελατήρια», αλλά διαπιστώθηκε πως ήταν μια πράξη χωρίς λογική, που όμως είχε σχεδιαστεί και εκτελεστεί άψογα από ένα και μόνο άτομο.

Ο δολοφόνος ήταν ένα άσημος άνθρωπος, ονόματι Κωστογερακάρης, που είχε το πάθος της χαρτοπαιξίας, και ήταν «κράχτης» σε διάφορες λέσχες της Αθήνας. Ο ίδιος ισχυρίσθηκε πως ο πρόσφατος νόμος της Κυβέρνησης εναντίον των λεσχών και του παράνομου τζόγου, τον είχαν οδηγήσει στην ανεργία με αποτέλεσμα να πεινάσει αυτός και η οικογένειά του, και να οδηγηθεί ο ίδιος ουσιαστικά στην αυτοκτονία.

Η δικαιοσύνη δεν δέχθηκε (και ορθώς) κανένα ελαφρυντικό και μετά από δίκη, που συγκέντρωσε για μέρες το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, το Κακουργιοδικείο Αθηνών τον καταδίκασε εις θάνατον και ο Κωστογερακάρης καρατομήθηκε στο Ναύπλιο. Αυτός ήταν ο επίλογος της τραγωδίας.

Η άνοδος του Δηλιγιάννη στην εξουσία συντελέστηκε όταν ο Αλέξανδρος Ζαΐμης απέσυρε την εμπιστοσύνη του από την Κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη. Τότε, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την επιστροφή του Δηλιγιάννη και ο βασιλιάς, παρά τις όποιες επιφυλάξεις του, αναγκάστηκε να του αναθέσει τον σχηματισμό Κυβέρνησης, η οποία προχώρησε γρήγορα στη διάλυση της Βουλής και στην προκήρυξη εκλογών. Οι εκλογές έγιναν με άψογο τρόπο στις 20 Φεβρουαρίου του 1905, και ο Δηλιγιάννης νίκησε θριαμβευτικά με 142 βουλευτικές έδρες, έναντι μόλις 60 του Θεοτόκη και 13 του Ζαΐμη. Είκοσι έδρες μοιράστηκαν όλοι οι άλλοι υποψήφιοι.

Η νέα Κυβέρνηση Δηλιγιάννη, παρ’ όλο που έμεινε μόνο λίγους μήνες στην εξουσία, πραγματοποίησε σημαντικό έργο. Μείωσε τις κρατικές δαπάνες, όπως και τον αριθμό των βουλευτών, αντιμετώπισε τα εκκρεμή προβλήματα των αγροτών, κυρίως των σταφιδοπαραγωγών. Επέδειξε επίσης ενδιαφέρον για τη λύση κρίσιμων εθνικών εκκρεμοτήτων, όπως το Κρητικό Ζήτημα. Στο θέμα της κοινωνικής ζωής, η κυβέρνηση αποφάσισε την απηνή δίωξη δραστηριοτήτων που έθιγαν τα χρηστά ήθη, όπως ο παράνομος τζόγος και οι χαρτοπαικτικές λέσχες, πολλές από τις οποίες αναγκάστηκαν να κλείσουν. Το τελευταίο, ο Δηλιγιάννης το πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή.

Ο θάνατος του Δηλιγιάννη δημιούργησε μια γενικότερη εμπλοκή στην πολιτική ζωή της χώρας, γιατί ήταν πρόσφατη η λαϊκή εντολή στο κόμμα του και ήταν σε πλήρη ανάπτυξη το κυβερνητικό σχέδιο. Δημιουργήθηκε ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα διαδοχής, γιατί τότε οι παρατάξεις είχαν αρχηγικό χαρακτήρα και δεν διέθεταν εσωτερική δομή.

Μέσα στο θολό κλίμα, ως υποψήφιοι αρχηγοί εμφανίστηκαν ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης και ο Κωνσταντίνος Καραπάνος, που όμως αποσύρθηκε γρήγορα, προβλέποντας τη βέβαιη ήττα του. Ετσι ο Μαυρομιχάλης φάνηκε μόνος διεκδικητής της εξουσίας. Ομως ο Γεώργιος Α’ ανέθεσε διερευνητική εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πρόεδρο της Βουλής Αλ. Ρώμα. Και αυτή η διαδικασία δεν καρποφόρησε.

Εμπρός στο αδιέξοδο, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις συμμαχίας ανάμεσα στον «δηλιγιαννικό» Μαυρομιχάλη και τον Δημήτριο Ράλλη.

Η νέα κυβέρνηση του Ράλλη ανέλαβε την εξουσία στις 3 Ιουνίου 1905, με υπουργό Στρατιωτικών τον Μαυρομιχάλη. Η θητεία της κυβέρνησης έληξε τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, οπότε ανέλαβε την πρωθυπουργία ο Γεώργιος Θεοτόκης.

Με τον θάνατο του Γορτύνιου πολιτικού, έγινε εμφανές ότι δεν υπήρχαν πλέον προϋποθέσεις για την ύπαρξη «προσωπικών» κομμάτων και ωρίμασαν οι συνθήκες , που θα οδηγούσαν στο κίνημα του 1909 και την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού.

(Στοιχεία έχουν ληφθεί από τις «Μεγάλες δεκαετίες», εκδ. Ομιλος Μανιατέα)