Μπορώ να ισχυριστώ πως μια πείρα στις γυναίκες τη διαθέτω. Αυτή όμως δεν οφείλεται στις πολλές επιτυχίες μου αλλά ακριβώς το αντίθετο: στις αναρίθμητες αποτυχίες…

Το αίσιο τέλος μιας ερωτικής περιπέτειας είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί σε έναν άνδρα, αλλά εμπεριέχει έναν απολύτως λογικό κίνδυνο: να καβαλήσει το καλάμι, να θεωρήσει πως διαθέτει μια ακαταμάχητη γοητεία και, όταν ολοκληρωθεί η μακροχρόνια ή μη σχέση, να γνωρίσει μια σειρά από πίκρες για την απότομη προσγείωση, να βυθιστεί σε βαθιά απογοήτευση και μπόλικα ερωτηματικά, να βουλιάξει στην ανυπόφορη απόγνωση της διαρκούς απόρριψης.

Οι… χυλόπιτές μου αποτελούν τα παράσημά μου: Πρόκειται για τη συσσωρευμένη εμπειρία δεκαετιών που με το πέρασμα του χρόνου εξελίχθηκε σε πολύτιμη γνώση, απαραίτητη οπωσδήποτε για την αποφυγή επανάληψης παλιών λαθών και αποτυχημένων συνταγών.

Περνώντας ο καιρός, σιγά-σιγά αλλά σταθερά, ανακάλυπτα τα ολέθρια λάθη του παρελθόντος και έδινα πειστικές απαντήσεις σε βασανιστικά ερωτηματικά. Κάποτε έφθανα στο σημείο να ξεκαρδίζομαι και με τις (συνήθως τραγικές) επιλογές μου στο άλλο φύλο αλλά και τις αδιανόητες γκάφες που παλιότερα δεν είχα λογαριάσει και προσέξει. Υπήρχε όμως και κάτι που αδυνατούσα για πολλά χρόνια να αντιληφθώ: Γιατί ενώ είχα βγει με πολυάριθμες γυναίκες, οι οποίες έδειχναν αδιαμφισβήτητα ενδιαφέρον μέχρι το πρώτο ραντεβού, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν υπήρξε δεύτερο…

Προβληματιζόμουν, ανέσυρα από τη μνήμη μου κάθε περίπτωση χωριστά, επεξεργαζόμουν συνήθως μία θεωρία που θα εξηγούσε αυτό το παράδοξο φαινόμενο. Και όταν έφθανα στο σημείο να καταλήξω σε κάποιο λογικοφανές συμπέρασμα, μνημόνευα ένα περιστατικό με μία κοπέλα που ανέτρεπε τον συλλογισμό μου και βρισκόμουν σε αδιέξοδο.

Είχα διαβάσει από ειδικούς και «ειδικούς» για τα πιο γνωστά λάθη που μπορεί να κάνει ένας άνδρας στο πρώτο ραντεβού με το αντικείμενο του πόθου του: Να αυτοθαυμάζεται, να περιαυτολογεί, να μιλάει διαρκώς και ακατάπαυστα, να μην ακούει τη γυναίκα που τον συνόδευε, να… κλαίει τη μοίρα του, να κατηγορεί τους προηγούμενους δεσμούς του, να ξεφεύγει με παράτολμες κινήσεις ή αντιθέτως να γίνεται υπερβολικά μαλθακός, να αποπροσανατολίζεται, να χάνει το σωστό «τάιμινγκ», να παρασύρεται σε αδιάφορες συζητήσεις, να παρουσιάζεται εξαιρετικά αδύναμος και απωθητικά ανασφαλής. Κι όμως, τίποτα από τα παραπάνω δεν συνέβαινε με μένα. Οχι πως όλα τα ραντεβού μου άγγιζαν την τελειότητα-κάθε άλλο. Απλώς είχα και εξακολουθώ να διατηρώ την αίσθηση πως δεν έκανα το μοιραίο σφάλμα και απτή απόδειξη ήταν το γεγονός πως όταν αποχαιρετούσα για τελευταία φορά κάθε βράδυ το κορίτσι των ονείρων μου εκείνη δεν έδειχνε δυσαρεστημένη ή ενοχλημένη από κάτι. Αν είχε μεσολαβήσει ερωτική πράξη θα κατανοούσα την έλλειψη χημείας ή τις κακές επιδόσεις μου και θα δικαιολογούσα την απόρριψη. Εδώ όμως συζητάμε για μία απλή, αθώα συνάντηση και μια ανοιχτόκαρδη κουβέντα-ως εκεί.

Την πολυπόθητη απάντηση τη σκέφτηκα πριν από δυο χρόνια περίπου, όπως συμβαίνει πάντοτε, σε μια ανύποπτη στιγμή. Μονάχα που δεν ήταν ακριβώς μια απάντηση αλλά μια σειρά συγκυριών που μου στερούσε νομοτελειακά σχεδόν τη δεύτερη ευκαιρία. Ταυτόχρονα, με τον ενθουσιασμό του λυσίματος ενός αδιέξοδου γρίφου ή τον αντίστοιχο του επιστήμονα που δικαιώνει το σκεπτικό του η αρχαιολογική σκαπάνη, ανακάλυπτα γιατί δεν οδηγούσαν πουθενά οι προηγούμενοι συλλογισμοί μου: Ξεκινούσα πάντα από λάθος βάση, προσπαθώντας να ερμηνεύσω τις αντιρρήσεις της κοπέλας για την οποία ενδιαφερόμουν για συνέχιση της επαφής μας.

Επειδή ανέκαθεν ήμουν τραγικά ανασφαλής, το πρώτο σοβαρό λάθος αφορούσε τις γυναίκες που επέλεγα: Ηταν κάθε φορά οι πιο περίεργες, οι πιο αλλόκοτες, θα έλεγα και, όπως επιβεβαίωνε ο δικός τους περίγυρος, εμφανώς προβληματικές και με ιδιόρρυθμο ψυχισμό. Με έλκυαν τα δύσκολα και υποσυνείδητα επέλεγα την πιο δύσκολη, στριφνή και αδιάφορη για μένα κοπέλα, επιχειρώντας να αποδείξω στον εαυτό μου, πρώτα απ’ όλα, ότι είμαι ικανός να τα καταφέρω. Αυτή η αρχική εξήγηση με οδήγησε στο δεύτερο βήμα κατανόησης μιας γυναίκας. Αν και δεν διέθετα την αναγκαία αυτοπεποίθηση, διάλεγα σταθερά μια κοπέλα τόσο γοητευτική που ήταν αναμενόμενο πως θα υπήρχε σκληρός ανταγωνισμός και, οπωσδήποτε, άλλοι μνηστήρες. Επομένως πιθανολογούσα ότι η συγκεκριμένη γυναίκα όχι απλώς θα πολιορκούταν από ένα… ανδρικό τάγμα, αλλά μάλλον ένας απ’ αυτούς θα είχε κερδίσει ήδη την καρδιά της πριν καν ξεκινήσω την προσπάθεια. Ως αυτό το σημείο όλα έμοιαζαν κατανοητά. Ακόμη όμως δεν υπήρχαν επαρκείς εξηγήσεις για την αποτυχία μεταξύ πρώτου και δεύτερου ραντεβού. Τι πήγαινε τόσο στραβά; Απολύτως τίποτα είναι η απάντηση που δεν περιμένετε να ακούσετε. Η πρώτη προσέγγιση που επιχειρούσα, καλοδουλεμένη στο μυαλό μου και άψογα σχεδιασμένη, συνήθως ήταν αλάνθαστη, οπότε έπαιρνα το τηλέφωνο της κοπέλας και της κινούσα το ενδιαφέρον για να βγούμε. Στη διάρκεια του ραντεβού έπαιζα με μια προκαθορισμένη τακτική. Βλέποντας μάλιστα την προφανή ανταπόκριση, έκανα το καθοριστικό βήμα και εκδήλωνα το ενδιαφέρον μου. Η προθυμία της άλλης πλευράς οδηγούσε στο πρώτο αγκάλιασμα και στο πρώτο φιλί. Αλλά όταν έκλεινε η πόρτα του αυτοκινήτου μου είμαι βέβαιος πως η πιθανότατα δεσμευμένη κοπέλα ή απλώς αδιάφορη για το πρόσωπό μου, που είχε ενδώσει προσωρινά σε έναν πειστικό λόγο και μια έντιμη στάση, άρχιζε να αλλάζει γνώμη και να σκέφτεται πιο ψύχραιμα. Δεν θα ήθελε να απατήσει τον σύντροφό της ή δεν θα επιθυμούσε να έχει σχέση με κάποιον που ένα βράδυ τής προξένησε εντύπωση. Ενα βράδυ και μόνο…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ